"Vivaldi: Four Seasons - Winter"

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας (αποσπάσματα)

_
ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

Υπάρχουν Έλληνες που προβληματίζονται με τους εαυτούς των και Έλληνες που δεν προβληματίζονται. Οι σκέψεις αυτές αφορούν περισσότερο τους δεύτερους. Είναι όμως αφιερωμένες στους πρώτους.

Ορίζουμε σαν ευτυχία την (συνήθως προσωρινή) κατάσταση, όπου η πραγματικότητα συμπίπτει με τις επιθυμίες μας

Σε αναλογία, δυστυχία πρέπει να είναι η μη σύμπτωση ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια, δυστυχία μπορούμε να ονομάσουμε την απόσταση ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα.


Όσο μεγαλύτερη η απόσταση, τόσο πιο δυστυχισμένοι είμαστε.

Αξίωμα: Ένας Έλληνας κάνει ότι μπορεί για να μεγαλώσει το άνοιγμα ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα.

Ο Έλληνας ζει κυκλοθυμικά σε μόνιμη έξαρση ή ύφεση. Μία συνέπεια: απόλυτη αδυναμία αυτοκριτικής και αυτογνωσίας.

Το Έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό, ό,τι είναι αληθές. Εμείς χρόνια τώρα, προσπαθούμε να πεισθούμε για το ανάποδο.

Ο Έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέπτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξανδρο είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε τουλάχιστον τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη.

Κι όμως στην πραγματικότητα είναι ο Καραγκιόζης, που ονειρεύεται τον εαυτό του σαν Μεγαλέξανδρο. Ο Καραγκιόζης με τα πολλά επαγγέλματα, τα πολλά πρόσωπα, την μόνιμη πείνα και την μία τέχνη: της ηθοποιίας.

Ο Έλληνας προσπαθεί σε κάθε τομέα, να είναι εκτός πραγματικότητας. Και μετά είναι δυστυχής, διότι είναι εκτός πραγματικότητας (και μετά είναι ευτυχής... διότι είναι δυστυχής).

Βασικά ο Έλληνας αγνοεί την πραγματικότητα. Ζει δύο φορές πάνω από τα οικονομικά του μέσα. Υπόσχεται τα τριπλά από αυτά που μπορεί να κάνει. Γνωρίζει τα τετραπλάσια από αυτά που πραγματικά έμαθε. Αισθάνεται (και συναισθάνεται) τα πενταπλάσια από όσα πραγματικά νοιώθει.

Η υπερβολή δεν είναι μόνο εθνικό ελάττωμα. Είναι τρόπος ζωής των Ελλήνων. Είναι η συνισταμένη του εθνικού τους χαρακτήρα. Είναι η βασική αιτία της δυστυχίας τους αλλά και η μεγάλη τους δόξα. Γιατί στο αυτοσυναίσθημα, η υπερβολή λέγεται λεβεντιά.


Ο Νεοέλληνας μοιάζει ευτυχισμένος όταν είναι δυστυχισμένος. Όταν όλα πάνε καλά, αισθάνεται ανήσυχος και απροσάρμοστος. Αν δεν έχει αίτια δυστυχίας, θα ψάξει να βρει.

Η ευτυχία της δυστυχίας του Νεοέλληνα εκφράζεται τέλεια στην ελληνική γκρίνια

Απομεινάρι της σκλαβιάς; Γνώρισμα των ταλαιπωρημένων λαών; Πάντως το καλύτερο που θα ακούσετε, είναι ένας βαθύς αναστεναγμός με νόημα και η φράση; «έ! ας τα λέμε καλά...».

Σε κανένα λαό η φράση Τι κάνεις; δεν οδηγεί σε πλήρη ανάλυση του ιατρικού ιστορικού, της οικογενειακής κατάστασης, των οικονομικών δυσχερειών και των σεξουαλικών προβλημάτων του (τυπικά) ερωτηθέντος.

Βαθιά μέσ' την ψυχή του Έλληνα συζούν ο Χατζηαβάτης και ο Μεγαλέξανδρος. Η υπερβολή της κακομοιριάς και της λεβεντιάς. Η περηφάνια της ύβρης και η ύβρη της γκρίνιας. Μόνιμες και αρχαίες αιτίες δυστυχίας και δημιουργίας.

Στο θέμα της κληρονομιάς τους, θα χώριζα τους Έλληνες σε τρεις κατηγορίες-τους συνειδητούς, τους ημι-συνειδητούς και τους μη-συνειδητούς.

Οι πρώτοι (λίγοι) ξέρουν. Έχουν νοιώσει το τρομερό βάρος της κληρονομιάς. Έχουν καταλάβει το απάνθρωπο επίπεδο τελειότητας του λόγου ή της μορφής των παλιότερων. Και τούτο τους συντρίβει.

Οι δεύτεροι (και οι περισσότεροι) δεν ξέρουν άμεσα. Έχουν όμως «ακουστά». Είναι σαν τους γιους του διάσημου φιλόσοφου, που δεν μπορούν να καταλάβουν τα έργα του, βλέπουν όμως πως όσοι ξέρουν, τα τιμούν και τα βραβεύουν. Τους ενοχλεί αλλά και τους κολακεύει η φήμη. Επαίρονται πάντα όταν μιλούν σε τρίτους.

Η τρίτη κατηγορία-οι μη συνειδητοί- είναι οι παρθένοι και αγνοί (γράφε ασπούδαχτοι: Μακρυγιάννης, Θεόφιλος, Λαός). Έχουν ακούσει για τους παλιούς σε μύθους και θρύλους, που τους έχουν αφομοιώσει σαν λαϊκά παραμύθια. Αυτοί οι αγνοί δημιούργησαν την λαϊκή παράδοση και τέχνη.

Ωστόσο η συντριπτική πλειοψηφία των ημιμαθών με το μόνιμο κρυφό πλέγμα κατωτερότητας απέναντι στους αρχαίους, καθορίζει τη στάση και το ύφος του συνόλου.

Η σχέση μας με τους αρχαίους είναι μία πηγή του εθνικού πλέγματος κατωτερότητας. Η άλλη είναι η σύγκριση στο χώρο και όχι στο χρόνο. Με τους σύγχρονους «ανεπτυγμένους». Με την «Ευρώπη».


Φθονούνε τους άλλους λαούς, ενώ διατυμπανίζουμε την ανωτερότητά μας. Ξενομανείς, ξενόφοβοι και ξενόδουλοι κι όχι μόνο (τουριστικά) φιλόξενοι.

Στις ρίζες της ελληνικής δυστυχίας είναι τα δύο εθνικά πλέγματα κατωτερότητας. Το ένα στο χρόνο με τους προγόνους. Το άλλο στο χώρο με τους Ευρωπαίους. Αδικαιολόγητα ίσως πλέγματα αλλά όχι για τούτο, λιγότερο πραγματικά.

Είμαστε διαφορετικοί. Κι όμως προσπαθούμε με απόγνωση να ενταχθούμε κάπου. Γιατί άραγε αισθανόμαστε την μοναδικότητά μας σαν ελάττωμα; Γιατί ντρεπόμαστε γι' αυτή; Άραγε επειδή δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι ή δυνατοί, ώστε να κάνουμε την αδυναμία μας παντιέρα; Η μήπως επειδή δεν είμαστε αρκετά σίγουροι για τον εαυτό μας;

Αυτή η έλλειψη σιγουριάς, και όχι το μέγεθός της, μας έκανε πάντα να αναζητάμε προστάτες. Και άλλοι λαοί είναι μικροί, αλλά δεν κρέμονται από τους μεγάλους...

Τελικά ποίοι είμαστε; Οι ευρωπαίοι της ανατολής ή οι ανατολίτες της Ευρώπης; Οι αναπτυγμένοι του Νότου ή οι υποανάπτυκτοι του Βορρά; Οι κατ' ευθείαν απόγονοι των Αχαιών ή η πανσπερμία της Βαβυλωνίας:

Δεν θέλει μόνο αρετή και τόλμη η ελευθερία. Θέλει κυρίως γνώση και κρίση.

Υπάρχει άραγε νεοέλληνας που να μην αμφισβητήθηκε ο ανδρισμός του; Και τώρα ας θυμηθούμε τις δύο συχνότερες νεοελληνικές βρισιές.

Άλλο σύμπτωμα έλλειψης σιγουριάς, η νεοελληνική καχυποψία. Πρώτη αντίδραση σε ό,τι πεις: Με...δουλεύεις;

Ο Έλληνας δεν αισθάνεται άνετα μέσα στον κόσμο. Σαν συγγενής από την επαρχία, κάθεται στην άκρη της καρέκλας και κρύβει την έλλειψη σιγουριάς κάτω από την σοβαροφάνειά του. Σπάνια γελά.

Ζει στην ακριβότερη χώρα της Ευρώπης-σε σχέση με τις αμοιβές του έχει την χειρότερη κοινωνική ασφάλιση, τα περισσότερα τροχαία ατυχήματα, το φτωχότερο εκπαιδευτικό σύστημα και τις μικρότερες κυκλοφορίες βιβλίων.

Ενώ οι μισοί Έλληνες προσπαθούν να μεταμορφώσουν την Ελλάδα σε ξένη χώρα, οι άλλοι μισοί ξενιτεύονται. Είμαστε μία από τις λίγες χώρες που έχει περισσότερους μετανάστες και πρόσφυγες από κατοίκους.

Οι Έλληνες πάντα θα γυρεύουν την πατρίδα τους σε άλλες πατρίδες και τις άλλες πατρίδες στην δική τους.

Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/nikos_dimou_misfortune.htm
_

10 σχόλια:

Dimitra είπε...

Πολύ καλό και τόσο επίκαιρο και σήμερα, έχει γραφτεί πριν 30 χρόνια περίπου αν δεν κάνω λάθος. Τα περισσότερα είναι αληθινά και σήμερα για τους Έλληνες.

Καλό απόγευμα!

Christos είπε...

Έχω διαβάσει museum αποσπάσματα από το βιβλίο, μερικά δεν τα ήξερα και μου άρεσαν. Πολύ συνοπτικά μιλάει ο Νίκος Δήμου και σκιαγραφεί τον Έλληνα σήμερα.

museum είπε...

@ Dimitra

Δήμητρα κάποιες καταστάσεις ή είναι διαχρονικές ή δεν μπορούμε να τις ξεπεράσουμε, να πάμε μπροστά. Έστω και με ανάλαφρο τρόπο, λέγονται αλήθειες.

Καλημέρα!

museum είπε...

@ Christos

Χρήστο, έχεις δίκιο. Ο Έλληνας σκιαγραφείται μέσα από τα αρνητικά του εδώ. Είναι κάπως σάτιρα το κείμενο, επομένως εστιάζει στα κακώς κείμενα. Δεν είναι μόνο αυτά ασφαλώς.

Andreas είπε...

Φίλε museum, το υλικό που δίνουν οι Έλληνες είναι τόσο πολύ που εύκολα γράφει κάποιος. Αρκετά επιφανειακό τα κείμενο, γεμάτο ατάκες και ευφυολογήματα που στερούνται ανάλυσης και βάθους. Δεν μου άρεσε και δεν το συνιστώ.

Maria Tzirita είπε...

Το κείμενο είναι αναμφίβολα καλογραμμένο και ενέχει αρκετές αλήθειες, όμως στο σύνολο διαφωνώ με το κατηγοριματικό του ύφος και τον αφορισμό προς τους έλληνες. Προσωπική άποψη φυσικά, αλλά εγώ πολύ μας γουστάρω που είμαστε χύμα στο κύμα, δε θεωρώ ότι είμαστε δυστυχείς, αφού έτσι κι αλλιώς ζούμε στον ονειρικά πλασμένο κόσμο μας! Η πραγματικότητα είναι σκληρή και προτιμώ να ονειρεύομαι, να απέχω και έτσι να ευτυχώ. Έστω κι αν είναι ουτοπία...
Φιλιά Δημήτρη μου!

museum είπε...

@ Andreas

Έχεις τα επιχειρήματά σου Αντρέα, δεν αντιλέγω. Ίσως πάλι να ήταν ατυχής η συγκυρία μιας και σήμερα οι Έλληνες βάλλονται παραπάνω από όσο τους αξίζει. Το κείμενο πάντως είναι μία ματιά του συγγραφέα που βγάζει και αρκετές αλήθειες.

museum είπε...

@ Maria Tzirita

Να που βάλθηκες να με επηρεάσεις αγαπητή! :) Έχεις τόσο δίκιο τελικά. Το κείμενο εκφράζει την άποψη του συγγραφέα σε ένα καθαρό και απλό λόγο, ίσως όμως και να βγάζει μία επιλεκτική ευαισθησία στα αρνητικά του Έλληνα. Ίσως και ο συγγραφέας αν μάθαινε αυτά τα άδικα που περνάει σήμερα ο λαός μας, να αναθεωρούσε μερικώς ή πιο πολύ.

Πολλά φιλιά Μαρία, να είσαι καλά!

Lilith είπε...

Περνάει άδικα ο λαός μας, ε;
Για να το λες, κάτι θα ξέρεις...
Εγώ πάντως ξέρω ότι ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει.
Αν χορεύεις, για έναν αιώνα, τον χορό της βροχής (άθελά σου βέβαια) και κάνεις ότι περνάει απ' το χέρι σου για να βρέξει (επίσης άθελά σου βέβαια), δεν μπορεί να παραπονιέσαι όταν βρέξει στο τέλος και βραχείς!
Ο λόγος του κ. Δήμου ήταν εξαιρετικός.
Και μπορεί η υπερβολή των Ελλήνων να έχει στη μία της άκρη την γκρίνια και στην άλλη τη λεβεντιά, αλλά δυστυχώς, οι λεβέντες είναι 3 και οι γκρινιάρηδες 3.000.000!

Καλό μεσημέρι!

museum είπε...

@ Lilith

Καλημέρα Λίλιθ. Το βιβλίο του Δήμου είναι από αυτά που μου αρέσουν πιο πολύ για αυτό άλλωστε και το ανέβασα εδώ. Απλά η συγκυρία των ημερών για τους Έλληνες ήταν ίσως άτυχη. Σύμφωνοι, είμαστε γκρινιάρηδες, το κράτος είχε ή έχει σχεδόν χρεοκοπήσει. Αλλά όμως τα μέτρα αυτά που εκτοξεύονται κατά δικαίων και αδίκων, μισθωτών ή συνταξιούχων των 800 ευρώ, είναι άδικα για τους πολλούς. Το σωστό είναι να πληρώσουν εκείνοι που κατασπατάλησαν τα χρήματα και μας οδήγησαν εδώ. Μπήκε κανείς φυλακή; Έστω ένας.

Ο Έλληνας έχει τα μείον του, που με την σάτιρα δίνει ο συγγραφέας εδώ και αυτό ακριβώς περιγράφει. Ήταν όμως η συγκυρία της στιγμής του post εδώ.

Να είσαι καλά!