"Vivaldi: Four Seasons - Winter"

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Λίγη ποίηση


Σκέφτομαι καθισμένος εμπρός από την οθόνη μου των 15,4 ιντσών, τι να γράψω. Πρέπει πάντα να έχω κάτι να πω; Κοιτάζω το αρχείο των μηνυμάτων μου, δύσκολη μέρα για συγγραφείς, ειδικά αν δεν θέλεις να γεμίζεις απλώς το χώρο του δίσκου σου με κάμποσα χιλιο-διφία παραπάνω (kilo bytes για τους Αγγλομαθείς) και της οθόνης σου με γραμματοσειρές ελληνικής κωδικοποίησης πιστοποιημένες κατά ISO ή παραθυρικής προέλευσης. Και να έχεις την ψευδαίσθηση ότι ο όγκος παραγωγής εγγράφων είναι και, απαραίτητα, νοήματα με αξία και περιεχόμενο. Γελιέσαι, όσο και να γράφεις τίποτα δεν θα καταφέρεις. Ειδικά αν τα γραπτά σου μπορούν να συμπιεστούν σε αρχεία με εκατό φορές λιγότερη χωρητικότητα. Τουλάχιστον κατανοείς πως η συμπίεση είναι μία χρήσιμη εφαρμογή μιας και αποθηκεύει τα απολύτως απαραίτητα χωρίς πλεονασμούς κι επαναλήψεις. Για να σταματήσω την φλυαρία μου, θα δώσω τον λόγο στους καλλιτέχνες των λέξεων, της αρμονίας, του μέτρου και των νοημάτων. Και αν μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβετε ότι, κατά βάθος, το “Αργοπεθαίνει” του Πάμπλο Νερούδα είναι ένα αισιόδοξο ποίημα.



Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει το χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο
“ι”
αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα, για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.


Ο καθένας και η καθεμία από εσάς ας βγάλετε τα συμπεράσματά σας, δώσετε τις δικές σας ερμηνείες. Αν όμως αντιστρέψουμε όλα αυτά που λέει ο ποιητής δεν συμφωνείτε ότι θα αφυπνιστούμε και οδηγηθούμε στην γρήγορη, άμεση ζωή, στην απόλαυση της κάθε στιγμής και του κάθε χιλιοστού της;

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Η πινακοθήκη των ηλιθίων * **



Την περασμένη Κυριακή μαζεύτηκα νωρίς στο σπίτι. Κάτι το ξενύχτι το προηγούμενο βράδυ κάτι οι πολλές και ποικίλες δράσεις του διημέρου, με είχαν περίπου θέσει εκτός μάχης. Το πνεύμα και το σώμα μου αισθάνονταν την κόπωση, τόσο που δεν μου έμεινε άλλη επιλογή από το να χαζέψω στην τηλεόραση.

Έτσι, μιας και δεν αντέχω να βλέπω ταινίες με διαλλείματα, αναγκάστηκα σε μετωπική σύγκρουση με την Αθλητική (ο κόσμος να την κάνει) Κυριακή. Είμαι φίλος των σπορ γενικώς αλλά δεν μπορώ αυτή τη μονόπλευρη, μέχρι αηδίας, προβολή του ποδοσφαίρου.

Είναι βέβαιο ότι οι λογής-λογής 'αθλητικοί' δημοσιογράφοι χειραγωγούν τον απλό αγνό φίλαθλο που βλέπει με συμπάθεια και αγάπη τα σπορ γενικώς για να τον κάνουν οπαδό του συλλογικού ποδοσφαίρου και - εμμέσως πλην σαφώς- του στοιχήματος.

Είναι εύλογη η απάντηση όταν ακούει κάποιος κανονικός άνθρωπος τη λέξη αθλητισμός, για το που πάει το μυαλό του. Σε πολλά σπορ, ασφαλώς και στο ποδόσφαιρο, μα γενικότερα στο στίβο, την κολύμβηση, τη γυμναστική, την ποδηλασία και βέβαια τα αθλήματα με μπάλα. Μοιράζει το ενδιαφέρον του ανάμεσα στο μπάσκετ, το ποδόσφαιρο, το τένις, το βόλεϊ το πόλο και άλλα. Η λέξη αθλητισμός και τα παράγωγά της δεν σημαίνουν την ταύτισή τους με το λαϊκό άθλημα του ποδοσφαίρου. Η προσπάθεια ιθυνόντων των εκπομπών να ονομάσουν εκπομπές ποδοσφαίρου σαν αθλητικές είναι γιατί προσπαθούν να καρπωθούν τη δημοφιλία του αθλητισμού γενικότερα για να μας μιλήσουν για τα μονόπλευρα και στενά θέματά τους. Και να υπνωτίσουν ή παραμυθιάσουν τον απλό κοσμάκη που ζητάει λίγη διασκέδαση στην τι-βι με το να λογίζουν σημαντικά, τα ήσσονος σημασίας ζητήματα.

Την επόμενη φορά θα φυλάξω δυνάμεις για την Κυριακή το βράδυ και θα την κάνω για έξω! Και επιλογές θα έχω και την ησυχία μου θα βρω από τους αποχαυνωμένος που κλείνονται και μας κλείνουν στο κουτί!

*: Νίκος Τσιφόρος: Η πινακοθήκη των ηλιθίων, Κωμωδία σε τρεις πράξεις και τέσσερις εικόνες.
**: Τον τίτλο πάντως τον ξεσήκωσα από ένα άρθρο του Φίλιππου Συρίγου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Τεχνοκρατική κουλτούρα: Less than zero




Κοντά δεκαπέντε χρόνια στο κουρμπέτι, στη φάμπρικά μας των κομπιουτεράδων κι έχω εντρυφήσει σε όλες τις εισαγόμενες λέξεις, ορολογίες, επιθετικούς προσδιορισμούς στην πλειονότητά τους. Πώς να γίνει αλλιώς όταν έπρεπε να προσαρμόσουμε τις λύσεις λογισμικού στους τοπικούς χρήστες, επομένως το ίδιο ίσχυε και για τις οθόνες επικοινωνίας, τα εγχειρίδια χρήσης και λοιπά παρελκόμενα. Μέχρι εδώ καλά. Αλλά το να φτάσουμε στο σημείο η ορολογία να μπει στο λεξιλόγιο και στην καθημερινότητα μας, πάει πολύ.

- Έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου, σαν να λέει, εγώ θα σε μάθω να μιλάς και να γράφεις σωστά. Ξέχασε τις κλασσικές παλιομοδίτικες εκφράσεις, εδώ θα μάθεις την εξέλιξη της γλώσσας και της σκέψης.

Αφήνω την φλυαρία, μου.. λείπει η μαγεία των λέξεων, τις αναφέρω:

- Τοποθετηθείτε πρώτα εσείς να τοποθετηθώ εγώ μετά και να αρχίσει ο διάλογος.
Τι είμαι, έπιπλο να τοποθετηθώ ή αντικείμενο; Αν είναι δυνατόν. Να περάσει ο επόμενος παρακαλώ.

- Να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις γνώσεις μας και τα πλεονεκτήματά μας.
Μέχρι και διαχείριση των συναισθημάτων έχω ακούσει !

Βοήθεια!! Τι είναι τα συναισθήματα και οι σκέψεις, χαρτοφυλάκιο ή project; Θύματα της στερεοτυπίας, να γράφετε ότι θέλετε, αγχωθείτε, τρέχετε, εγώ δεν θα πάρω. Τρέξε, τρέξε μικρούλη, διαχειρίσου μικρέ παλιάτσο.

- Ποια είναι η τρέχουσα στοχοθέτηση της ημερίδας; Έλεγε μια συμπαθητική κατά τα άλλα συνάδελφος.
Τι λες τώρα; Αν ήταν η γλώσσα μας να συνέθετε έτσι τις λέξεις, θα είχαμε σχολάσει από νωρίς.

Ρωτάς τεχνοκράτες και συζητάς στον ελεύθερό τους χρόνο, σου μιλούν με την ίδια ξύλινη, βαρετή και μονότονη γλώσσα. Και μόλις τους λες στοιχειώδεις λέξεις απλές και όμορφες, αμήχανοι κοιτούν μέσα στην άγνοιά τους.

- ‘Βοηθήστε τους ανθρώπους που ζουν στην ένδεια’, τους λες, σφυρίζουν ανέμελα.
- ‘Οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι άνδρες οδηγοί είναι επιθετικοί γιατί το αυτοκίνητο στον άντρα είναι φαλλική προέκταση’, τους έλεγα. Άκρα σιωπή.

ΥΓ: Συγγνώμη για το έντονο ύφος μου μα δεν μπορούσα να τα κρατήσω μέσα μου.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Ταξιδεύοντας με τον Άρη



Το περασμένο Σάββατο είχα βγει για καφέ με το φίλο μου τον Άρη. Ο Άρης είναι και συνάδελφος, λίγο πιο μεγάλος από μένα, διδάσκουμε μαζί πληροφορική στο ΤΕΙ – εγώ επικουρικά με μερική απασχόληση, αυτός μόνιμος, έξι χρόνια τώρα. Όταν πρωτοπέρασα από το γραφείο του, αίσθηση μου έκαναν οι πάμπολλες φωτογραφίες από ταξίδια του ανά την υφήλιο. Έχει ταξιδέψει παντού, έτσι μου είπε. Δεν είχα λόγο να μην τον πιστέψω μα και όταν η συζήτηση απέκτησε θέμα, εκεί μετά το ανακάτεμα του φραπέ, σωστή ιεροτελεστία, το διαπίστωσα όταν ρωτώντας λεπτομέρειες μου απαντούσε. Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία, Αλάσκα, Χιλή, παντού. Κι εγώ που είμαι άσσος στη Γεωγραφία, δεν του ξέφευγαν τοποθεσία, πόλη, χωριό, βουνά, ποτάμια, κοιλάδες, οροπέδια, από όλα. Θα είχε πάει σε πάνω από εκατό μέρη. Θαυμασμός.


Ήταν Ιούλιος του ενενήντα έξι όταν πρωτοβγήκα εκτός των συνόρων για τη Λισαβόνα. Για δουλειά πήγαινα, ένα έργο πολυμέσων ήτανε, μιλούσε για μεθοδολογίες, πρότυπα και πρακτικές λογισμικού. Που να τα θυμάμαι τώρα; Καλός ήμουνα στη δουλειά μου, τα έδινα όλα, λόγω τιμής, μα τα πήρε συντροφιά της η λήθη. Όμως δεν μπορώ να ξεχάσω την Marques de Pompal, τον πύργο Belem, το Arco da Victoria και τη Rua Augusta, το μοναστήρι του St Geronimo, την Plaza del Municipio, το γραφικό Οέϊρας και το Εστορίλ λίγο πιο έξω από την πρωτεύουσα. Και τα πεζοδρόμιά τους, με μικρά πετραδάκια, δουλεμένα σαν ψηφιδωτό, πρωτόγνωρη αίσθηση.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, η δουλειά με έστελνε κάθε τρεις και λίγο “εις τας Ευρώπας”, κάθε ταξίδι και μία ανεξίτηλη μνήμη. Πιο μακριά δεν ταξίδεψα, εν μέρει με δικιά μου υπαιτιότητα και ζηλεύω τον Άρη και κάποιους άλλους που το κατόρθωσαν και ας έχουν υποχρεώσεις, λιγοστό ελεύθερο χρόνο και τις μέτριες αποδοχές των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αλλά το μεράκι, η φαντασία, η ‘τρέλα’ και η όρεξη για περιπέτεια και όμορφα πράγματα, τους περισσεύουν.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Μαθητικά μας χρόνια




Ήθελα να γράψω κάτι από τα μαθητικά μου χρόνια. Ήμουν πρώτη Γυμνασίου όταν η καθηγήτρια των Καλλιτεχνικών μας μάθαινε καλλιγραφία. Μικρά τετραγωνάκια στο τετράδιο, για τις ευθείες και να ζυγίζονται οι καμπύλες, γράμματα ίσια ή πλαγιαστά. Πρώτα μαθαίναμε τα γράμματα ξεχωριστά, μετά γράφαμε τους αριθμούς, τις λέξεις και να το ποίημα, δουλεύαμε τις δύο πρώτες στροφές του, αυτές θυμόμουν από τότε:

Το μαστορόπουλο

Τον πήραν τον Κολιό

Τον πήραν οι μαστόροι

Παιδί απ' το σκολειό

Να μάθει πηλοφόρι.


Καρδιά πονετική

Τον ξέβγαλε με κλάμα:

«Τετράδη Κυριακή,

θα καρτερώ για γράμμα».


Δε σώνει άλλο να ιδεί,

Παιδεύεται το μάτι

Κρατούσε ένα ραβδί,

Το στρώμα του στην πλάτη.


Μας έφυγε ο Κολιός

Κι είχε μια τέτοια λύπη

θα'ναι όλοι δω τ' Αϊ-Λιος

Και μόνο αυτός θα λείπει.


Γιώργος Κ. Κοτζιούλας (1909-1956)


Είναι ποτέ δυνατόν να διαβάσεις ή να απαγγείλεις απέξω τον κολιό και μην συγκινηθείς; Να πως ένα απλό και λαϊκό ποίημα μπορεί να μας πλημμυρίσει από αισθήματα και τρυφερότητα. Φώτισε τη μουντή ως τώρα μέρα μου. Δασκάλα μου, δεν σε έχω ξαναδεί από τότε, ελπίζω πρώτα να είσαι καλά, ένα κομμάτι από τις μνήμες μας ανήκει και σε σένα.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Ο ζητιάνος μου




Οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν ακατάπαυστα τη τζαμόπορτα όλη νύχτα. Βροχερός ο καιρός τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη. Ξάφνου κόπασε, εκεί κατά το ξημέρωμα. Ευτυχώς, που να τρέχεις στη δουλειά με τέτοια κίνηση μέσα στη νεροποντή; Ο ουρανός είχε καθαρίσει, έβλεπες απέναντι στον ορίζοντα τα σπίτια στο Κρυονέρι, διέκρινες καθαρά τα σχήματα, σαν πολύχρωμη αλυσίδα έφτιαχναν χώρισμα στο μπλε της θάλασσας και του ουρανού, ένα χρώμα. Και το χώμα, η μυρωδιά του μετά τη βροχή, εξαίσια.

Ώρα να φεύγουμε, βάζουμε μπρος τη μηχανή, στροφή δεξιά προς παραλιακή. Η απόσταση είναι η ίδια πάνω κάτω, μόνο αλλάζουμε διαδρομές για να χαλάμε τη ρουτίνα και να διαστέλλουμε το χρόνο. Μας πιάνει το φανάρι, σχεδόν πάντα ένα σκηνικό. Μία αδύνατη φιγούρα κοντοστέκεται στην άκρη του δρόμου. Ασυναίσθητα κάνει λίγα πλάγια βήματα, μικρά αλλά σταθερά. Το πρόσωπό του μακρόστενο, ελαφρώς ρυτιδιασμένο, τα μαλλιά του αρκετά και γκρίζα, η γενειάδα του κάπως ασπρισμένη. Τα ρούχα του παλιά και τριμμένα, τα παπούτσια του πάνινα, μουσκεμένα αλλά καθαρά. Δεν ήταν ελαφριά ντυμένος, να το ομολογήσω. Φαινόταν ώρες στημένος στο μέρος του ο ζητιάνος μου. Με πλησιάζει, είχα ετοιμάσει τα κέρματα από πριν. Κινούμαι να του δώσω το φίλεμά του, κατεβάζω το τζάμι, απλώνω το χέρι μου πρώτος, εκείνος μονάχα στέκεται δίπλα μου. Μόλις του το δίνω, μία υπόκλιση βαθιάς ευχαρίστησης κι ευγνωμοσύνης με περιμένει. Κι η έκφραση του προσώπου του μαζί, χίλιες λέξεις.

Το ποσό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που εισέπραξα κι αισθάνθηκα. Μια αξιοπρέπεια, που δύσκολα την συναντάς. Με ανέβασε τόσο που δεν έδωσα σημασία στις κόρνες των πίσω στο πράσινο. Τον χαιρέτησα, έστριψα δεξιά και χάθηκα στην κίνηση.