Με την ευκαιρία της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς ..
Το παλιό μου σχολείο είναι μέσα στην ψυχή μου. Τέλος. Δεν το συζητώ, δεν το αναλύω, δεν θέλω αντιρρήσεις. Έτσι μου αρέσει και κανείς δεν θα μου το στερήσει αυτό το δικαίωμα. Μιλώ για την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ασφαλώς και σε λίγο θα σας εξηγήσω πως συνέβησαν όλα αυτά.

Το άγχος για την εισαγωγή στο Γυμνάσιο ξεκίνησε από τα δώδεκα. Βέβαια οι εξετάσεις τέτοιου είδους είχαν προ πολλού καταργηθεί, αλλά η Πρότυπος Σχολή Πατρών, το Πρότυπο όπως το λέγανε, το σημερινό Πειραματικό της Περιοχής Λάγγουρα που συγκαταλέγονταν δίκαια στα πρότυπα σχολεία, τύπου Βαρβάκειου, Ιωννίδειου ή άλλων ξεχωριστών σχολών, επέλεγε τους οι μαθητές του με γραπτές εξετάσεις.
Πέρασα με εβδομήντα μία μονάδες, με άριστα το ογδόντα. Έμεινα ικανοποιημένος μιας και ήξερα ότι ήμουν κάπως αδύνατος στην Έκθεση. Τα κατάφεραν ογδόντα μαθητές σε σύνολο πεντακοσίων, αυτό κι αν ήταν ένας μικρός άθλος. Το καλοκαίρι εκείνο ήταν γεμάτο από λόγια κυρίως από τους άλλους και ειδικά μεγαλύτερους που μας φιλοφρονούσαν. Μας κολάκευε, αναντίρρητα, αν και κάπου συγκρούονταν με το αίσθημα του αποχωρισμού από φίλους που είχα κάνει μέχρι τότε – οι πιο πολλοί θα πήγαιναν στο Έβδομο Γυμνάσιο των Υψηλών Αλωνίων ή στο Δεύτερο της Τριών Ναυάρχων. Αυτό μου στοίχισε αρκετά στην αρχή, ήταν μεγάλη η δημοφιλία μου τότε βλέπετε. Αλλά για όλα αυτά ίσως γράψω κάποια άλλη φορά.

Οι πρώτες μέρες σαν καινούργιος τέτοια εποχή το Σεπτέμβρη ήταν μία απότομη προσγείωση. Πρόσωπα σφιγμένα, περιβάλλον σε πρώτη ματιά πειθαρχημένο και σοβαρό. Ήταν και οι μεγαλύτερες τάξεις του Λυκείου που δεν είχαν κορίτσια - ίσχυε ο διαχωρισμός σε αρρένων και θηλέων, τι οπισθοδρομικό αλήθεια; - κι έτσι συμπληρώνονταν η εικόνα. Οι επόμενες μέρες μεγένθυναν τις εντυπώσεις. Κάποια νόστιμα κορίτσια που δεν μπορούσες να μην τις προσέξεις δεν τα κατάφεραν να αμβλύνουν τα συναισθήματα.
“Όλοι οι σπασίκλες μαζεμένοι”, σκέφτηκα,
“τι δουλειά έχω εγώ εδώ; ..”
Ο ανταγωνισμός ήταν τόσο έντονος που κάποιοι διάβαζαν και το παρακάτω για να δείχνουν κάμποσοι. Οι καθηγητές μου φάνηκαν πολύ εντατικοί και πιεστικοί με συνεχόμενα διαγωνίσματα και αυστηρότητα, που αρκετά μετά κατάλαβα πως ήταν υπερβολική για τέτοιες ηλικίες. Όσο για φλερτ και σχέσεις, ας το αφήσουμε καλύτερα. Μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια να φανταστείτε ντρεπόμουν να δείξω τους συμμαθητές μου στους παλαιούς μου φίλους που στο μεταξύ, στα ‘κανονικά’ τους σχολεία, μεγάλωναν σαν φυσιολογικά, έτσι καταλάβαινα, παιδιά της ηλικίας τους. Δύο χρόνια με πήρε να προσαρμοστώ, ίσως και παραπάνω. Γιατί να μην κάνω εγώ την επιλογή μου και να αναγκαστώ σε κάτι που περίπου μου επέβαλαν οι άλλοι;
Η επόμενη χρονιά, στην Τρίτη Γυμνασίου, και πιο μετά ήταν διαφορετική. Άρχισα να παραδέχομαι παιδιά που είχαν ξεχωριστό ταλέντο και έφεση στα μαθήματα ή ακόμα και πλούσια κοινωνική παρουσία. Φλερτ υπήρχαν και παρέες και άποψη για πολλά, από όλα είχε. Μόνο που εγώ δεν το καταλάβαινα ως τότε. Υπήρχε ένα επίπεδο όπως και να το κάνουμε, που πέρα από τις καλύτερες βαθμολογίες είχε σχέση και με πιο ουσιαστικές δράσεις και απόψεις. Άρχισα να αναθεωρώ τις αρχικές μου θέσεις. Ναι, ήταν μας κάποιας μορφής υπεροχή απέναντι στους συνομίληκούς μας.

Ελίτ μήπως θα έλεγε κανείς; Ναι, γιατί όχι – άργησα να παραδεχθώ την εγκυρότητα ή την εφαρμογή του όρου, μα αργότερα τον κατανόησα και υιοθέτησα πλήρως. Σάμπως ποιοι είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά και πάνε μπροστά τις κοινωνίες; Μα η ελίτ ασφαλώς.
Η συνέχεια με βρίσκει να θυμάμαι ένα δύσκολο κι επίπονο δρόμο γεμάτο διάβασμα, εξετάσεις, ανταγωνισμό. Βέβαια διατήρησα τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά μου, παράξενα και ολίγον επαναστατικά για εκείνη την εποχή όπως κοπάνες με λίγους ή τον εαυτό μου μονάχα, καβάλημα του κιγκλιδώματος του προαυλίου αντί αποχαιρετισμού, κάπνισμα ανερυθρίαστα, μπροστά σε πολλούς και άλλα. Ομολογώ ότι τη μικρή μου επανάσταση την έκανα τότε και αυτό ήταν όλο. Στα φοιτητικά μου χρόνια ήμουνα ένας φιλήσυχος, συντηρητικός θα έλεγε κάποιος – που να ήξερε;
Τα χρόνια εκείνα πέρασαν με ένταση, πάθος γι αυτό που κάναμε, και άλλα δυνατά συναισθήματα – δεν τα αναφέρω γιατί δεν θα με έφθανε ο χρόνος και ο χώρος. Το σχολείο μου σάρωσε στις Πανελλαδικές εξετάσεις, δεν θυμάμαι κι εγώ πόσους σημερινούς ακαδημαϊκούς έχει προσφέρει – δεν ξέρω βέβαια πόση σημασία μπορούν να έχουν όλα αυτά για λιγότερους ή περισσότερους. Οι συμμαθητές μου είναι οι πιο κολλητοί μου φίλοι παρασάγγες, μπορώ να συζητήσω μαζί τους, να γελάσω, να μοιραστώ, να εμπιστευτώ, να πλακωθώ, να βρίσω, να τσακωθώ όλα μαζί. Και να γουστάρω πάνω από όλα.

Γουστάρω που τέλειωσα από εκεί πέρα, και όλους όσους μιλούν για διακρίσεις, τους προσπερνάω. Οι υποστηρικτές του μέσου όρου προς τα κάτω, δυστυχώς και ξεκάθαρα είναι οι πολύ μέτριοι που θέλουν να ανέβουν τεχνητά προς τα πάνω. Και μαζί τους να χαμηλώσουν τους καλούς. Το σχολείο μου υπάρχει και σήμερα και μακάρι να συνεχίζει να είναι το ίδιο καλό. Δυστυχώς όμως ο θεσμός των λεγόμενων ελιτίστικων σχολείων έχει φθίνει μέχρι εξασθενήσει στις μέρες μας. Τις μνήμες μου όμως δεν μπορεί να μου τις πάρει, όπως και τους ανθρώπους που συνδέθηκα. Και παραδέχομαι πως κάποια από τα λίγα που έχω κάνει στη ζωή μου δεν θα συνέβαιναν αν δεν περνούσα από εκεί.
ΥΓ: Αφιερωμένο σε όλους τους .. μπάκουρους και τις κοπελιές, που είμαστε μαζί εκεί, με αέρηδες, βροχές, υγρασίες, καύσωνες και ζέστες.
_












