"Vivaldi: Four Seasons - Winter"

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Καλάβρυτα, 13 Δεκεμβρίου 1943


Η θεία μου η Λούλα μας υποδεχόταν κάθε φορά με ανοιχτές αγκάλες. Και η άλλη θεία μου η Μάρω, γριούλα την θυμάμαι, εκεί στη δεκαετία του 70. Κάθε καλοκαίρι, και πιο συχνά, πηγαίναμε στα Καλάβρυτα. Για διακοπές, γιατί το βουνό κάνει καλό, μας έλεγε η μάνα μου. Η Λούλα ήταν όμορφη, ίσως πολύ όμορφη, μπορώ να το πω άφοβα για μία γυναίκα που είχε τότε περάσει τα εξήντα της. Έντονα γαλάζια μάτια, ψηλή, ευθυτενής, χαμολεγαστή, αληθινή αρχοντογυναίκα. Και καλοσυνάτη, αγαπούσε υπερβολικά τους ανθρώπους και της το ανταπέδιδαν όλοι στο χωριό. Λίγο ξεμυτίζαμε από το σπίτι και σταματημό δεν είχε από τις χαιρετούρες. Η εμφάνισή της μου έμοιαζε μιας άλλης εποχής και σε κείνα τα χρόνια. Δύο πράγματα είχα απορία. Ένα ήταν ότι φορούσε πάντα μαύρα, και δεύτερο για μία θλίψη που έβγαζε στα μάτια της - και τότε ακόμα μπορούσα να το διαπιστώσω. Ποτέ μου δεν τη ρώτησα.

« Γιατί μαμά η θεία Λούλα φοράει μαύρα; »
« Στον πόλεμο παιδί μου, της σκοτώσανε τον πατέρα οι Γερμανοί. »
« Έχουν περάσει όμως πολλά χρόνια από τον πόλεμο, » αφελώς και επιπόλαια εγώ.
Και να μου εξηγούσε τότε, ίσως και να μην το καταλάβαινα.

Ο Λεωνίδας Παπαχαραλάμπους ήταν δημοδιδάσκαλος, Καλαβρυτινός. Δίδασκε στο δημοτικό σχολείο του χωριού Βυσωκά Καλαβρύτων. Είχε παντρευτεί την Μαρία (Μάρω) Παπαχαραλάμπους και είχαν μία κόρη την μονάκριβη Θεοδώρα (Λούλα ). Εκτελέστηκε και αυτός στην Κατοχή από τους Γερμανούς. Η θεία μου η Λούλα ποτέ δεν το ξεπέρασε, σε εμάς καμία αναφορά δεν είχε κάνει. Καθημερινά επισκεπτόταν το μνήμα του.



« Έκαναν πως σκάβανε λίγο στο μνήμα του για να τον δούνε », μου έλεγε πρόσφατα η μάνα μου - τη ρωτούσα τελευταία για περισσότερα κι εκείνη με δυσκολία μου αναφερόταν στα γεγονότα. « Γιατί μου τα θυμίζεις αυτή την ώρα; » διέκοπτε τη διήγησή της. Οι θείες μου τον είχαν θάψει με ίδια τους τα χέρια. Αφού τον είχαν κουβαλήσει πρώτα σε μια κουβέρτα. Από τότε σαν να μην πέρασε μία μέρα. Ζούσανε και αναπνέανε με την ατέλειωτη προσμονή να έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Να πάνε κοντά του να τον συναντήσουν.

----------------------------------------------------

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, διαπράχθηκε στα Καλάβρυτα το μεγαλύτερο από τα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών κατόχων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αντίποινα της εκτέλεσης αιχμαλώτων τους από τους αντάρτες, οι Γερμανοί και τα στρατεύματα κατοχής κλείδωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά μέχρι 13 ετών στο σχολείο της πόλης και συγκέντρωσαν όλους τους άνδρες κατοίκους από 14 ετών και πάνω σε μία περιοχή λίγο έξω από το χωριό, στο λόφο του Καπή. 1258 από αυτούς εκτελέστηκαν. Μόνο 13 επέζησαν. Τα γυναικόπαιδα κατόρθωσαν να ελευθερωθούν από το σχολείο, την ίδια ώρα που η πόλη παραδινόταν εξ ολοκλήρου στις φλόγες. Την επόμενη μέρα οι στρατιώτες των Ναζί, έκαψαν την Μονή της Αγίας Λαύρας και το Μέγα Σπήλαιο.



Το μέρος της θυσίας είναι τοποθεσία μνήμης στις μέρες μας. Παρόλο που το επίσημο Γερμανικό κράτος έχει αναγνωρίσει τη φρικαλεότητα στα Καλάβρυτα, οι πολεμικές αποζημιώσεις δεν έχουν ακόμα δοθεί.


Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Johannes Rau, επισκέφτηκε την πόλη των Καλαβρύτων για να εκφράσει τα αισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Ωστόσο, δεν δέχθηκε καμία ευθύνη για λογαριασμό της Γερμανικής πολιτείας. Ούτε αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


ΥΓ: Αφιερωμένο, σε ποιον άλλον, στην θεία μου τη Λούλα. Λατρεμένη μου, ξέρω πως εκεί πάνω θα είσαι ευτυχισμένη κοντά του!

13 σχόλια:

Alec είπε...

Τι μου θύμησες τώρα museum! Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα τα Καλάβρυτα ήταν το 1985 και είχαμε πάει μαζί. Σκέψου, 23 χρόνια πριν. Η θεία Λόυλα σκοτώθηκε να μας περιποιηθεί. Μας έβαλε να πιούμε φρέσκο γάλα από την κατσίκα της αλλά επειδή μας βρώμαγε και ντρεπόμαστε να το πούμε προσπαθούσαμε να βρούμε ένα τρόπο να το χύσουμε χωρίς να μας πάρει χαμπάρι. Είχε πολύ πλάκα. Μας έκανε το τραπέζι σε μια παραπλήσια ταβέρνα. Το θυμάμαι ακόμα. Είχα παραγγείλει αρνάκι λεμονάτο. Η Θείες Μάρω και Λούλα ήταν ήταν από τις “cult” επισκέψεις των παιδικών μου χρόνων. Ειδικά η Λούλα η οποία ποτέ δεν μίλαγε για τον καυμό που την έτρωγε, τον πόνο που δεν ξεπέρασε, τη φρίκη που δεν λησμόνησε ήταν μια διαρκής υπενθύμιση του θρήνου και της κατστροφής που φυλάκισαν την υπόλοιπη ζωή της. Νοστάλγησα τώρα...

museum είπε...

@ Alec

Αγαπητέ Alec. Επειδή δεν είχες πάει τόσες φορές στα Καλάβρυτα, ίσως να σου φάνηκαν αστεία κάποια πράγματα. Το ζωντανό το θυμάμαι πολύ λίγο. Η Λούλα ήταν ένας άνθρωπος περήφανος με αρχοντική καταγωγή και συμπεριφορά. Φαντάσου πως σε διηγήσεις που άκουγα από τη μάνα μου, η Λούλα δεν ήθελε να λάβει καθόλου χρήματα από αποζημιώσεις. Το αίμα, έλεγε, δεν πληρώνεται. Μερικοί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως το ανθρώπινο δράμα και την περιγελούσαν (ξέρεις, κάποιοι). Ήταν ελάχιστοι. Και όμως αυτή ποτέ της δεν κλάφτηκε, ποτέ της δεν παρακάλεσε, ποτέ δεν μίλησε άσχημα, ούτε στο ελάχιστο, για κανέναν (που στο κάτω-κάτω μπορεί να το δικαιούταν). Βίωνε μόνη της, και μέσα της, το προσωπικό της δράμα με αξιοπρέπεια Όπως και πολλοί άλλοι συγγενείς Νεομαρτύρων του Ολοκαυτώματος.

Alec είπε...

Είναι λογικό όταν είσαι 16 χρονών και ζεις σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο κάποια πράγματα του χωριού να σου φαίνονται αστεία, αλλά το κίνητρο του σχολιασμού μου δεν ήταν να καταγράψω την "αστειότητα" της συγκεκριμένης ανάμνησης.

museum είπε...

@ Alec

Το ζωντανό ήταν μίας κυρίας στην πλαγιά λίγο πιο έξω, αν έχει σημασία. Για τον πόλεμο, εμείς δεν είχαμε γεννηθεί τότε ούτε ξέρουμε τόσα πράγματα, παρόλα αυτά μπορούμε από όσα γνωρίζουμε ή από διηγήσεις να συνεισφέρουμε ένα λιθαράκι να μένουν άσβεστες οι μνήμες τόσων ψυχών που χάθηκαν. Κι αν τύχει να περάσουμε έξω από κάποιο μνημείο, ας αφήσουμε ένα λουλούδι, ποτισμένο με λίγα δάκρυα.

DSK είπε...

Aς μη σχολιάσω τη γερμανική θηριωδία.. απλά να πω ότι άνθρωποι σαν τη Λούλα δεν υπάρχουν πλέον , μετρημένοι ίσως στα δάχτυλά μας. Σήμερα δεν θα μπορούσε να υπάρχει τέτοιο DNA σε άνθρωπο. Όλοι κοιτάμε τη γαλοπούλα να είναι βραστή και με τα λιγότερα λιπαρά, η τηλεόραση να έχει τη καλύτερη δυναμική αντίθεση, το ξενοδοχείο να έχει υποχρεωτικά θέα και το ουίσκι 12άρι.. Μας έκαναν έτσι που άνθρωποι σαν τη θεία σου, φαίνονται βγαλμένοι από όνειρο. Δόξα και τιμή και χιλιάδες εύγε σε ανθρώπους σαν εκείνη. Δακρύζει κανείς όταν σκέφτεται το μέτρο της πίκρας, της θλίψης που κουβαλούσαν άνθρωποι σαν τη Λούλα.. Κι όμως παρόλο που τα κραταγαν μέσα τους τόσο καλά, δεν εμφάνιζαν ψυχικές διαταραχές, ούτε καταθλιπτική συμπεριφορά΄. Ενώ σήμερα, η πρώτη δυσκολία, το πρώτο stress, είναι ικανά τους περισσότερους από μας να μας αφήσουν κουσούρια.. Τιμή λοιπόν και δόξα .. και ας είναι ελαφρύ το χώμα για όλους εκείνους που ανήκουν στη κατηγορία της Λούλας.

museum είπε...

@ DSK

Να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια για τη θεία μου. Σε αυτό το κείμενο βέβαια δεν έχω στόχο να της πλέξω το εγκώμιο ούτε να την εξιδανικεύσω. Στο πρόσωπό της μπορώ να φανταστώ όλους εκείνους του πονεμένους ανθρώπους που υπέφεραν με τον πιο σκληρό τρόπο, έζησαν δίπλα τους τέτοιες τραγωδίες σαν το ολοκαύτωμα και που η χαρά της ζωής σταμάτησε και για αυτούς. Όπως καταλαβαίνεις, οι απώλειες πέρα από τα θύματα ήταν πολλαπλάσιες αν προσμετρήσεις και τους δικούς τους. Για εμάς, τη γενιά της ‘ευημερίας’ και της κατανάλωσης είναι ευκαιρία, όχι μόνο η μνήμη μας να είναι επιλεκτικότερη σε γεγονότα που τους αξίζουν αλλά και, πέρα από συναισθήματα, να εμβαθύνουμε σε τέτοιες επετείους.

roadartist είπε...

Πολύ συγκινητικό το post σου.. Πραγματικά..
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, και πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία μας.
Δε θέλω να πιστέψω οτι έχουμε αλλοιωθεί τόσο οι Έλληνες, δεν έχουνε πάρα πολλά χρόνια που έγιναν αυτά που περιγράφεις..
Να συνεχίσεις να μοιράζεσαι τέτοια θέματα μαζί μας..Οι άνθρωποι εκείνοι ήταν πάρα πολλοί άξιοι, και εγώ στη σκέψη των παππούδων μου συγκινούμε. Να μη ξεχάσουμε..

efi είπε...

To 2003 λόγω δουλειάς, έτυχε και γνώρισα στους Ρωγούς Καλαβρύτων(Οι Ρωγοί είναι ένα υπέροχο χωριό λίγο έξω από τα Καλάβρυτα), μια γιαγιά.Η γιαγιά αυτή, είχε σωθεί, με τα παιδιά της και μερικές άλλες γυναίκες του χωριού από την εκτέλεση των Γερμανών.Είχε χάσει τον άνδρα της, τα αδέλφια της.Έμενε σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι. Ήθελε να το επισκευάσει.Ας το είχε χαλάσει, ο χρόνος, ο σεισμός. Ήθελε να πεθάνει, εκεί που μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έζησε έστω και λίγο με τον άνδρα της.Πόσες μνήμες!Στο χωριό Ρωγοί, όλοι οι άνδρες του χωριού εκτελέστηκαν 13 Δεκ.1943.
Στις 21 Δεκ.2008, ο πρόεδρος του χωριού Φτέρη(ή Πτέρη)Αιγίου, κάνει ένα τρισάγιο,στη μνήμη εκείνων που εκετελέστηκαν από το χωριό,για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νέοι.Στις 12 το μεσημέρι θα έχει για όλους ψητά κρέατα και γίδα βραστή, και αυτό το κάνει για όσους έρθουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, να τους φιλέψει.
Χτες πόσα αθηναικά κανάλια έδειξαν τη μέρα μνήμης των Καλαβρύτων?Νομίζετε ότι το ξέχασαν?
Στο κείμενο"οικονομική κρίση"ένας(μια)blogger έγραψε"ότι τώρα είναι δεδεμένα η ελευθερία, η παιδεία, το ψωμί". Ναι σήμερα είναι. Το 1940ΔΕΝ ήταν. Γιαυτό το λόγο πολέμησαν και θυσιάστηκαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας.
ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ

museum είπε...

@ roadartist

Αγαπητή, αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ όσο μπορώ, να υπενθυμίζω σημαντικά γεγονότα. Να τα θυμόμαστε και να τα ερμηνεύουμε όπως τους αξίζει. Δεν ξέρω πόσο έχουν αλλοιωθεί οι Έλληνες κι εγώ δεν το πιστεύω. Αν εξαιρέσεις τις ειδήσεις στα media που προσπαθούν να μας κάνουμε να μην σκεφτόμαστε και να μην έχουμε όραμα. Ας ψάχνουμε μόνοι μας τα σημαντικά.

Καλημέρα.

museum είπε...

@ efi

Έφη ωραία μου τα γράφεις. Είναι που και εμείς οι Πελοποννήσιοι έχουμε τόση ιστορία που ότι και να κάνεις, δεν μπορείς να τα ξεχάσεις. Το περιστατικό σου είναι και αυτό πολύ συγκινητικό, ευχαριστώ που το ανέφερες. Όσο αφορά το πόσοι το θυμήθηκαν στα media η απάντηση είναι σχεδόν ΚΑΝΕΝΑΣ. Αν εξαιρέσεις κάποια τοπικά κανάλια και τον γραπτό τύπο της περιοχής μέσα από κάποια άρθρα φωτισμένων ανθρώπων. Μία φίλη μου έλεγε πως οι Έλληνες έχουν αμνησία. Μπορεί να είναι και έτσι. Εγώ θα έλεγα ότι αυτοί που διαμορφώνουν τα γεγονότα (έτσι δεν είναι πλέον; οι πολλοί έχουν απόψεις που διαμορφώνονται, η κρίση μας έχει λιγοστέψει) μας ωθούν σε επιλεκτική ευαισθησία και μνήμη ή αμνησία. Πάνω από όλα η ‘Αγία’ Αριστερά (που βέβαια έχουν κάνει και αυτοί αγώνες, το αναγνωρίζω ασφαλώς) και οι απόψεις όπως κατάργηση των παρελάσεων (αν είναι δυνατόν, να πάψουμε να αποτίνουμε φόρο τιμής στους ΗΡΩΕΣ, τους ΓΙΓΑΝΤΕΣ της επανάστασης και του πολέμου). Και επίσης η ‘αγιοποίηση’ των πορειών (μα την αμαρτία μου, κάποιες φορές παρατηρώ εκείνο το βήμα τους με τα πόδια να τραντάζουν το έδαφος, το πόδι τεντωμένο να βηματίζει και με πιάνει τρόμος, μου θυμίζει άλλες εποχές προ 89 και ανατολικής Ευρώπης - σκέψεις κάνω, δεν υπονοώ).

Ακόμα θα ήθελα να εκφράσω πως σε μία πολιτεία που σέβεται στοιχειωδώς τον εαυτό της, η επέτειος της 13 Δεκεμβρίου 1943, θα έπρεπε να οριζόταν ως μέρα Εθνικής αργίας. Και μόνο οι συμβολισμοί της θα μας βελτίωναν ως ανθρώπους και εθνότητα. Επειδή όμως δεν τρέφομαι με αυταπάτες ας προσπαθήσουμε εμείς να προβάλουμε το γεγονός , όχι σαν στείρα εκμετάλλευση και εμπορευματοποίησή του αλλά σαν ερέθισμα ανάλυσης και παραπέρα εμβάθυνσής του.

ΥΓ: Καλή η πρόσκλησή σου, θα προσπαθήσω να έρθω.

efi είπε...

Museum,μηπως η φίλη σου δεν είναι Ελληνίδα?Οι Έλληνες ΔΕΝ έχουν αμνησία.Ένα από τα συνθήματα των αριστερών είναι"Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά". Τώρα το έχουν πάρει και οι δεξιοί και το σταματούν "O λαός δεν ξεχνά".Φυσικά και ο λαός δεν ξεχνά.
Οι Καλαβρυτινοί, οι παππούδες και οι γιαγιάδες όλων μας, πολέμησαν και θυσιάστηκαν για τους Γερμανούς.Το ότι δεν έγινε η 13 Δεκ.1943, ημέρα Εθνικής Αργίας,οι εθνοπατέρες είτε λέγονται δεξιοί, είτε αριστεροί έχουν μερίδιο ευθύνης.
Πολύ καλά έκανες και πρόβαλες το γεγονός σαν ελάχιστο φόρο τιμής, σε εκείνους που θυσιάστηκαν για να λεγόμαστε και να είμαστε Ελεύθεροι.

museum είπε...

@ efi

Έφη, άλλο αμνησία λόγω άνοιας και άλλο ηθελημένη προβολή και υπενθύμιση των γεγονότων που μας 'συμφέρουν' γιατί σχετίζονται και με την πολιτική ή κομματική προβολή και αντίστοιχο 'θάψιμο' κάποιων άλλων. Όσο για τα στερεότυπα ‘ο λαός δεν ξεχνά ..’ είναι μια ακόμα παπαρολογία των κομμάτων, αέρας κοπανιστός, κούφιες λέξεις. Συμφωνώ με το σχόλιο της φίλης μου αλλά συμπληρώνω με την επιλεκτικότητα.

Καλό σου βράδυ.

museum είπε...

@ efi

Δεν είναι ο λαός εγγενώς αμνήμων αλλά αυτοί που τον καθοδηγούν και τον αποκοιμίζουν. Με το να του πλασάρουν και υπερτονίζουν τα ήσσονος σημασίας και να προσπερνούν ή απλά να αναφέρουν στις υποσημειώσεις τα αξιόλογα.