"Vivaldi: Four Seasons - Winter"

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Entering my life

_
Accidentally met you, I couldn’t imagine
how this could change my mood
smiling with your eyes, loving with your ears
intelligent person, but with warm thoughts

No matter of your smile, or even your blue eyes
your feminine figure and curly hair
the height and fine posture
your brain made me feel like this


Definitely it’s a blessing, simply that
the day and hour I firstly saw you
I hadn’t even thought at the beginning
how important this would be

Without any doubt, no extra words
entering my life, made me better person
from all the beauty of the world
this is what matters at the most
_
_

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ο βιολιστής

_
Ουάσιγκτον, σταθμός του μετρό, ένα κρύο πρωινό τον Γενάρη του 2007. Έπαιξε έξι κομμάτια του Μπαχ για περίπου 45 λεπτά. Στο διάστημα αυτό, περίπου 2 χιλιάδες άτομα πέρασαν από το σταθμό, οι περισσότεροι καθ'οδόν για τη δουλειά τους. Μετά από 3 λεπτά ένας μεσήλικας πρόσεξε ότι κάποιος έπαιζε μουσική. Βράδυνε το βήμα του, σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε βιαστικός για τον προορισμό του.


4 λεπτά αργότερα ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο: μια γυναίκα έριξε τα χρήματα στο κουτί του και χωρίς να σταματήσει συνέχισε το δρόμο της. 6 λεπτά μετά, ένας νεαρός έγειρε στον τοίχο για να τον ακούσει, μετά κοίταξε το ρολόι του και συνέχισε να περπατά. Στα 10 λεπτά, ένα αγοράκι 3 ετών σταμάτησε, αλλά η μητέρα του το έσυρε βιαστικά να συνεχίσει, καθώς το παιδί σταμάτησε για να δει τον βιολιστή. Τελικά η μητέρα έσπρωξε δυνατά το παιδί και το παιδί ξανάρχισε να περπατά γυρνώντας ολοένα το κεφάλι προς τα πίσω. Την ίδια αντίδραση είχαν και πολλά άλλα παιδιά. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι γονείς τα πίεζαν να προχωρήσουν.

45 λεπτά: ο μουσικός συνέχισε να παίζει. Μόνον 6 άνθρωποι είχαν για λίγο σταματήσει. Περίπου 20 άτομα του άφησαν χρήματα χωρίς να διακόψουν το ρυθμό τους. Συγκέντρωσε συνολικά 32 δολάρια.

Μία ώρα: τελείωσε το παίξιμο και μια σιγή απλώθηκε παντού. Κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε ούτε υπήρξε έστω κάποιο ίχνος αναγνώρισης.

Κανείς δεν το 'ξερε, αλλά ο βιολιστής ήταν ο Τζόσουα Μπελλ, ένας από τους καλύτερους μουσικούς στον κόσμο. Έπαιξε ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια που έχουν ποτέ γραφτεί, με ένα βιολί αξίας 3.5 εκατομμυρίων δολαρίων. Δύο μέρες νωρίτερα, ο Τζόσουα Μπελλ γέμισε ασφυκτικά ένα θέατρο στη Βοστώνη, σε συναυλία που η μέση τιμή του εισιτηρίου άγγιξε τα 100 δολάρια.


Πρόκειται για πραγματικό γεγονός. Ο Τζόσουα Μπελλ έπαιξε ινκόγκνιτο στο σταθμό του μετρό στα πλαίσια ενός κοινωνιολογικού πειράματος που οργάνωσε η Ουάσιγκτον Ποστ για την αντίληψη, το γούστο και τις προτεραιότητες των ανθρώπων. Το ερώτημα που προέκυψε: σε ένα ουδέτερο περιβάλλον και σε ακατάλληλη ώρα, μπορούμε να αντιληφθούμε την ομορφιά; Σταματούμε για να την απολαύσουμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο όταν εκδηλώνεται σε ασυνήθιστα χωροχρονικά πλαίσια;

Ένα συμπέρασμα που πιθανώς μπορεί να εξαχθεί από το συγκεκριμένο πείραμα είναι:
Αν δεν έχουμε ένα λεπτό για να σταματήσουμε και ν' ακούσουμε έναν από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου να παίζει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ, με ένα από τα ομορφότερα μουσικά όργανα ... πόσα άλλα πράγματα χάνουμε άραγε;

ΥΓ: Ευχαριστώ τον ξάδερφό μου Αλέξανδρο που έστειλε το κείμενο.
_

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Το παρελθόν σου

_
Από μικρός ξεχώριζες, στενά συνδεδεμένος
με την φροντίδα των γονιών αποτελούσες,
πρότυπο επιμέλειας κι αρτιότητας,
επιζητούσες, το άριστο για τον εαυτό σου

Συνέχισες ακούραστος, προσπάθειες πολλές,
ακατάπαυστες κατέβαλες, κουράστηκες,
την εφηβεία σου θυσίασες, τους φίλους σου,
την κοινωνική ζωή σου την συρρίκνωσες


Αέρα διασποράς απέκτησες με τις σπουδές σου,
μα φαίνεται να ξέχασες, από πού ξεκίνησες,
πού πήρες τα εφόδια, να πορευτείς πιο δυνατός,
οι παλαιοί, σαν άγνωστοι σου φαίνονται

Σκέψεις παρωχημένες, αναχρονιστικές,
όλα τούτα που θυμίζουν το παρελθόν σου,
επιλεκτική μνήμη, ενέργειες αποκόλλησης,
γιατί; μήπως αλλοτριώθηκες; άλλαξες τόσο

Τα περασμένα μας είμαστ’ εμείς, μας έπλασαν,
μην τα λησμονείς, ανέτρεχε καμιά φορά,
όχι να προσκολλείσαι, λιγάκι συμβουλέψου,
θα δεις, καλύτερος θα γίνεις μια φορά
_

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Μικρές ιστορίες

_
Ο γιος του ήταν ατίθασος από μικρός. Δεν ξέρω αν οφείλεται στην ανατροφή του ή ήταν έμφυτο από τη γέννησή του. Προσωπικά πιστεύω ότι δύσκολα γεννιέται κανείς κάπως στο χαρακτήρα του. Η μάνα του δεν του έκανε όλα τα χατίρια και οι παππούδες με τις γιαγιάδες ήταν καλοί μαζί του. Μήπως όμως επειδή οι παππούδες τα αποδέχονταν όλα και δεν του έβαζαν όρια, καλομαθαίνοντας τον; Ποιος ξέρει; Ο πατέρας ήταν μεροκαματιάρης, εργατικός και τίμιος, τα έδινε όλα στην οικογένεια. Μιας και οι δικοί του προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, δεν είπε όχι. Κάποτε, αργότερα στην εφηβεία του, μέσα από τις πολλές κουβέντες και αντιπαραθέσεις μεταξύ πατέρα και γιου, εκείνος λέει στο παιδί του, ελαφρώς απογοητευμένος:

- Εσύ παιδί μου δεν θα γίνεις ποτέ άνθρωπος ..

Οι κουβέντες αυτές φάνηκε να αποτυπώθηκαν στο νεαρό.


Τα χρόνια πέρασαν, ο γιος είχε ξενιτευτεί από τη μικρή πολιτεία για να συνεχίσει τη ζωή του. Οι επαφές με την οικογένεια ολοένα και λιγόστευαν, μέχρι που χάθηκαν, ας μην εξηγήσω τον λόγο εδώ. Πέρασαν χρόνια, θα ήταν γύρω στα εικοσιπέντε από το περιστατικό όταν ένας αστυνομικός χτυπάει την πόρτα στο σπίτι του γέρου πια πατέρα.

- Ο γιος σας θέλει να σας δει,
- Πώς, είναι καλά; έχω να τον δω πολλά χρόνια,
- Ναι, έχει έρθει εδώ στην πόλη, μου είπε να πάμε μαζί,
- Νόμισα πως με έχει ξεχάσει τελείως.

Ο αστυνομικός οδηγεί τον πατέρα στο γιο του. Μόλις τον αντικρίζει, ο νέος άντρας, αντί χαιρετισμού του απευθύνεται:

- Γεια σου πατέρα, έγινα εισαγγελέας, βλέπεις; Και ας έλεγες εσύ πως δεν θα γίνω ποτέ άνθρωπος.

Μετά από αυτό, ο πατέρας ήταν πιο πολύ σαστισμένος, παρά χαρούμενος που τον αντίκρισε.

- Γιε μου δυστυχώς έγινες χειρότερος από πριν. Με τον αστυνομικό ζήτησες να με δεις μετά τόσα χρόνια; Λυπάμαι αλλά δεν έγινες άνθρωπος ..

-----------

Ο γέρος πατέρας είχε περάσει τα ογδόντα. Το πάρκινσον είχε προχωρήσει σημαντικά, τα χέρια του τρεμόπαιζαν και του έτρεχαν τα σάλια. Το θέαμα δεν ήταν ότι το καλύτερο για τους επισκέπτες της οικογένειας. Ωστόσο τα εγγόνια του, τα παιδιά του γιου του, τον αγαπούσαν και το περιέβαλλαν με φροντίδα και ζεστασιά. Δεν τους ενοχλούσε καν το γεγονός του πώς έδειχνε.

Ο γιος, αφού το καλοσκέφτηκε και το συζήτησε με την γυναίκα του, το πήρε απόφαση. Θα τον κατέβαζε στο υπόγειο για να μένει και να ζει εκεί ώστε να μην του αποσπά την προσοχή και τον εκθέτει όταν θα δεχόταν τις επισκέψεις των φίλων και γνωστών του. Μάλιστα, το σκεφτόταν να προσλάβει μία γυναίκα εσωτερική για να μην έχει καν την έγνοια της περιποίησης – που πολλές φορές δεν είναι και ευχάριστη.


Το ανακοίνωσε στα παιδιά του κάπως βιαστικά, μάλλον για να το παρουσιάσει σαν τετελεσμένο και να προλάβει τις αντιδράσεις. Αργότερα, αφού είχε πάρει οριστικά την απόφασή του, απευθύνθηκε στον μικρότερο του γιο.

- Παιδί μου πάρε το πάπλωμα να το πάμε κάτω όταν θα είναι ο παππούς να σκεπάζεται.

Ο νεαρός γιος δεν έφερε αντίρρηση, ήταν όμως σκεπτικός. Χωρίς να καθυστερήσει κι άλλο του απαντά:

- Εντάξει πατέρα, μόνο μία στιγμή.
- Τι θέλεις;
- Να κόψω ένα κομμάτι από το πάπλωμα, το μισό.
- Γιατί να το κάνεις;
- Να το φυλάξουμε για σένα όταν θα γεράσεις σε λίγα χρόνια και θα πας στο υπόγειο.
_

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ερωτικό κάλεσμα

_
Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Μενέλαος Λουντέμης
_
_

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Funeral Blues

_
Stop all the clocks, cut off the telephone,
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He is Dead.
Put crepe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.


He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last forever: I was wrong.

The stars are not wanted now; put out every one,
Pack up the moon and dismantle the sun,
Pour away the ocean and sweep up the woods;
For nothing now can ever come to any good.

W.H. Auden
_

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Sceptic girl



Sceptic girl, give me a smile,

put up your mood, make my day

don’t worry, nothing matters

next day, it will be better



See life, from bright side

try to find, the best way

pick up the diamonds

from the dusty ground




In all the town, I didn’t see

prettier woman than you

even a lot of people say

the place is full of them



I want to wish, the best for you

I am really happy, if I know,

your life, is full of joy

and your dreams come true

_