Ήμουν τις προάλλες σε ένα τραπέζι για μία κοινωνική εκδήλωση. Εκεί βρίσκονταν κυρίως επιστήμονες, τεχνοκράτες άνθρωποι που αγαπούν τη δουλειά τους, με μεράκι, αμέτρητες ώρες ενασχόλησης και ασφαλώς ήθος και καλλιέργεια – αυτό, θα γνωρίζουν πολλοί αναγνώστες, φίλοι ή γνωστοί μου πως το λογίζω σαν σημαντικότερο. Πάντα μισούσα τις συντεχνιακές παρέες, με τους ‘ομότεχνούς μου’ ή τους ανθρώπους από το σινάφι μου που ασχολούνται με διαδικαστικά και συνδικαλιστικά, ποτέ κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε κριτήριο επιλογής των φίλων μου. Δεν τους απέκλεια αλλά δεν τους διάλεγα κιόλας ποτέ μου για αυτό που έχουν σαν επάγγελμα.
Με τους πιο πολλούς από τα παιδιά που συνάντησα εκείνο το βράδυ διατηρώ άριστες σχέσεις έως και φιλία θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει. Άλλωστε, πολύ συχνά, η παρέα καταπιάνεται και με αρκετά άλλα ζητήματα με μία κριτική, αναλυτική ματιά που αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσεις. Σχεδόν πάντα φεύγω από τις συνάξεις μας με λίγα ή πιο πολλά πράγματα κερδισμένος.

Κάπου όμως στη μέση θα υπάρχουν και οι ενοχλητικοί. Πώς γίνεται στη ζωή όταν μας πηγαίνουν δέκα πράγματα καλά και ένα άσχημα, αυτό το ένα να υπερτερεί στο πώς επηρεάζει τις διαθέσεις μας; Ακόμα ψάχνω να βρω την εξήγηση.
Η κουβέντα μας επικεντρώθηκε σε τεχνικές επινοήσεις και καινοτομίες, ομαδικές δράσεις και παρεμβάσεις και συλλογικές εργασίες στο άμεσο μέλλον. Όλα αυτά καλά. Ώσπου να χτυπήσει ο κουραστικός. Με ύφος ωσάν χίλιοι καρδινάλιοι να νουθετούν, συνεχώς να μην ακούει τους άλλους και να επικεντρώνει σε αυτά που με τόσο .. χαριτωμένο τρόπο έλεγε και έντυνε με το περιτύλιγμα του τίποτα. Υπεραναλύσεις στα απλοϊκά και προφανή, συχνή έμμεση περιαυτολογία, ανούσια ηχητικά κύματα που κατάφεραν να διαταράξουν την ηρεμία της πλατείας.
Για τους λίγο γνώστες της πληροφορικής αυτό λέγεται data redundancy, δηλαδή πλεονασμός δεδομένων και είναι ένα πρόβλημα που η προσπάθεια επίλυσής του μελετήθηκε και μελετάται εξαντλητικά με αμέτρητες ώρες ερευνητικών προσπαθειών.
Η συζήτηση πήγαινε στα θέματα που εκείνος, όχι μόνο επέλεγε, αλλά και τα εξέφραζε με τον δικό του τρόπο, σαν να μην μπορούσες να εισχωρήσεις. Ήταν δυσνόητος, ακαταλαβίστικος, όχι εξαιτίας μίας σύνθετης και προχωρημένης σκέψης, να το ξεκαθαρίσω. Περιττό να αναφέρω πως οι όποιες προσπάθειες να μιλήσω απλά, συγκεκριμένα και καθαρά, δεν τελεσφόρησαν.

Μιας και η .. κούφια κενολογία δεν θα μπορούσε να αντέξει άλλο στον χώρο της πληροφορικής και των επικοινωνιών που κάθε λέξη τεκμηριώνεται και αναλύεται πλήρως, δεν μπορείς να ξεγελάσεις πώς να το κάνουμε, ειδικά σε μία τέτοια παρέα, ο φίλος μας μετέφερε γρήγορα τη συζήτηση στην πολιτική. Κάτι το οποίο αποφεύγω να συζητώ, πάντοτε στις παρέες μου – κανόνας απαράβατος. Γιατί άραγε να το έκανε, σκέφτηκα; Μήπως επειδή τον ενδιαφέρει ο χώρος λόγω των δικών του διασυνδέσεων; Ποιος δραστήριος, τεχνοκράτης φιλόδοξος άνθρωπος στη δουλειά του, ασχολείται με τα ευτράπελα της πολιτικής μας ζωής; Μήπως επειδή αισθάνεται άνετα λόγω του ότι ο ξύλινος λόγος, του είναι πολύ οικείος;
Δεν έχουν τόση σημασία όλα αυτά, απλά δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το τελευταίο σαρανταπεντάλεπτο ή μία ώρα, δεν το θυμάμαι κι ελπίζω σύντομα να το έχω ξεχάσει, που ήμουν σε μία παρέα, που αγνοήθηκα παντελώς, εγώ (θα με συγχωρέσετε να μιλήσω για τον εαυτό μου), με τα πολλαπλάσια ενδιαφέροντα, και ασχολίες από αυτόν και ακόμα με μία πολύ πιο απαιτητική εργασία που βρίσκεται στην αιχμή της τεχνολογίας και της αγοράς. Σέβομαι και αγκαλιάζω τους συνομιλητές μου, προσπαθώ να μπω στη θέση τους, να κατανοήσω τον τρόπο σκέψης τους να μοιραστώ μαζί τους. Και, ελπίζω και πιστεύω ότι, όλοι όσοι επιλέγουμε, κάνουν το ίδιο. Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα στον κόσμο μία τέτοια συμπεριφορά.

Η ώρα πέρασε, η τιποτολογία έχει και τα όρια της τα χρονικά, και μακριά της απελευθερώθηκα. Περπατώντας πίσω, εκτίμησα όσα καλά έχω και ευχαριστώ τον Θεό για όλα όσα καλά μου έχει δώσει και τη δυνατότητα να επιλέγω σημαντικούς ανθρώπους κοντά μου.
_
















