"Vivaldi: Four Seasons - Winter"

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Εποχές: Φθινόπωρο


Πάντα μου άρεσε το φθινόπωρο, τούτες οι μέρες, τολμώ να πω, με ζέστη ιδανική, ατμόσφαιρα τέλεια. Σύννεφα και ο ήλιος να παίζει κρυφτούλι μαζί τους, να χάνεται και να εμφανίζεται συχνά πυκνά. Και με λίγες δόσεις βροχής που, είναι αλήθεια, μας έλειψε τόσο μέσα στο κατακαλόκαιρο. Όχι τόσο η δροσιά της και το υγρό της στοιχείο αλλά πιο πολύ ο ήχος της, η μυρωδιά της, η αίσθηση ότι κατεβαίνει ο ουρανός να σμίξει εδώ κάτω, μία εντύπωση μαγική.



Οι πόλεις και οι γωνιές τους που ήταν ερμητικά κλειστές μέσα στον καύσωνα και το λιοπύρι, απέκτησαν ξαφνικά ζωή και χρώμα. Οι καλοκαιρινές διακοπές που ήταν σαν να μου φαίνεται αλήθεια ανάπαυλα της δράσης, της σκέψης, της χειμωνιάτικης παρέας και τόσων άλλων έλαβαν τέλος κάπου στα μέσα του Σεπτέμβρη και μετά. Θαρρώ πως μέσα στη ραστώνη του θέρους, δρέπουμε τους καρπούς όλης της χρονιάς. Νέους φίλους και έρωτες που κάναμε, σκέψεις και μέρη που ονειρευτήκαμε, χρήματα που με κόπο κερδίσαμε. Οι διακοπές είναι μία αναφορά σε όλο το χρόνο, δεν θα είχαν νόημα αν δεν είχαμε ζήσει τις άλλες εποχές.

Μου φαίνεται αδιανόητο που πολλοί από εμάς περιμένουν τις διακοπές για να ζήσουν. Γιατί; Για να χαρούν μέσα στο διάλλειμα της ζωής τους; Απίστευτο που σε πολλούς, όλη η σκέψη, η έγνοια και το άγχος τους επικεντρώνονται στις καλοκαιρινές διακοπές. Από το ένα κενό τους (όπως το ζουν) στο άλλο. Σαν την εβδομάδα που περιμένουν πολλοί να ζήσουν μοναχά μέσα στο Σαββατοκύριακο. Τι καλά που μπορώ και αντιστέκομαι. Θα διαρκέσει; Προσπαθώ για αυτό και παλεύω, τι να πεις με σιγουριά;

Οι περισσότεροι έρωτές μου έχουν τύχει να ξεκινήσουν την άνοιξη και το φθινόπωρο, σπάνια έως ποτέ το χειμώνα και το καλοκαίρι. Και όχι μόνο, νέες δράσεις, νέοι φίλοι, νέες ομάδες ανθρώπων, ούτε συνεννοημένοι να ήταν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς το λόγο. Ίσως γιατί τα ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή συμβαίνουν συχνά στα όρια. Στα όρια των εποχών, στα όρια των ανθρώπων και των φύλων, στα όρια των πολιτισμών και των Τεχνών, στα όρια των επιστημών. Για αυτό μου αρέσει το δειλινό, εκεί, κατά τη δύση του ηλίου, περισσότερο από το κάθε τι, όταν ή μέρα συναντά τη νύχτα.



Σκέφτομαι και αναπολώ άλλες εποχές που οι μήνες οι διαφορετικοί υπήρχαν στα αλήθεια, όταν έβλεπες την πολύχρωμη παλέτα στο φύλλωμα του δάσους, τα αποδημητικά να κυματίζουν στον αέρα, τις πλάγιες ακτίνες του ήλιου να σε διαπερνούν, τη βροχή να σιγοστάζει το βραδάκι. Ελπίζω κι αισιοδοξώ πως δεν θα μας λείψουν, μαζί με όσα βιώσαμε και προσμένουμε ακόμα στην πορεία της ζωής μας.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Σχολικοί έρωτες

Καθόμουν αμέριμνος και κοιτούσα στο δειλινό, δεν θα ήταν πεντέμισι το απόγευμα, βλέπετε η αλλαγή της ώρας στον χειμερινό της κύκλο μας έκλεισε μέσα από νωρίς. Ο ξάδερφός μου είχε θελήσει να με επισκεφτεί, φτάνει κατά τις έξι, λίγο μετά. Αγκαλιαζόμαστε και μου αφήνει στο τραπεζάκι του καθιστικού μία ταινία πεσκέσι:

- Θα την βάλουμε; Είναι καλή την είχα δει παλιά!

- Γιατί όχι; Με τέτοιο σκοτάδι, θα μου υποσχεθείς όμως πως θα πάμε έξω αργότερα!

- Σύμφωνοι, αποκρίθηκε.

Η ταινία ήταν το ‘Στάσου πλάι μου’ του Ρομπ Ράϊνερ, την είχα δει στο παρελθόν δύο ή τρεις φορές αλλά δεν έβγαλα άχνα, δεν ήθελα να μετριάσω την ευχαρίστηση του αγαπημένου μου ξάδερφου. Το φιλμ με συγκίνησε τόσο που με γύρισε πίσω στα χρόνια του δημοτικού - μπορεί και να είχα τότε τους καλύτερους φίλους που έκανα ποτέ.



Πίσω στο Γενάρη του 80, εντεκάμισι χρονών παιδάκι, ο κολλητός φίλος και συμμαθητής μου ο Πέτρος οργάνωσε το πάρτυ μας. Ήταν συνηθισμένο στην έκτη, δεν συνέβαινε στα προηγούμενα χρόνια παρόλο που λίγο-πολύ είμαστε οι ίδιοι. Σάββατο απόγευμα ήτανε, μαζευτήκαμε κατά τις έξι. Χαμός, ήταν όλη ή τάξη στο πόδι, δεν θυμάμαι να έλειπε κανείς. Έκτη δημοτικού πηγαίναμε και κάπου σκεφτόμαστε ότι τελειώνουμε, κάποιοι από εμάς θα την ‘έκαναν’ για άλλα μέρη και σχολεία. Τα αγοράκια εκείνης της ηλικίας ήταν απορροφημένα στα παιχνίδια: μπάλα, τρέξιμο, τύχες (αυτοκόλλητες κάρτες που έβρισκες και στα .. γαριδάκια), γιαλένια (έτσι λέγαμε τους βόλους εμείς) και άλλα παιδικά. Τα κοριτσάκια βέβαια ήταν πιο ανεπτυγμένα σε εκείνη την ηλικία και κοίταζαν και άλλου είδους .. παιχνίδια. Οι περισσότερες είχαν ήδη επιλέξει. Η Σοφία τον Τάσο, η Ανδριάνα τον Ανδρέα, η Κατερίνα τον Λάμπρο, η Φανή τον Μάκη, η Πόπη τον Βασίλη, να πω αυτά που θυμάμαι στα σίγουρα. Μόνο ο Κώστας είχε κάνει την επιλογή του. Ή μάλλον την .. καψούρα του. Ο Κώστας είχε ‘μείνει’ στην Πέμπτη τάξη, μιας και ο ανεκδιήγητος δάσκαλος είχε αφήσει ‘στον τόπο’ τη μισή τάξη. Τα ενδιαφέροντά του ήταν επομένως κάπως αλλαγμένα σε σχέση με των πολλών. Μου έκανε εντύπωση με πόση θέρμη ‘κυνηγούσε’ την Αναστασία, προσπαθούσε να της το δείξει με τρόπο αξιοθαύμαστο για την ηλικία του στα δεκατρία του και εκείνη την εποχή. Πόσα θρανία άλλαξε για να καθίσει πίσω της, σε πόσα πάρτυ την κάλεσε, πως την κοιτούσε, πως της μιλούσε. (Για την ιστορία δεν θυμάμαι περισσότερα μιας και στο Γυμνάσιο άλλαξα σχολείο και τα ίχνη του Κώστα αναζητούνται. Η Αναστασία έχει παντρευτεί, έκανε δύο παιδιά, την βλέπω καμιά φορά και ομολογώ δεν έχει αλλάξει από τότε).

Και εμένα σαν .. φυσιολογικό παιδί της ηλικίας μου με είχε διαλέξει μία, Αθηνά την λέγανε ή χαϊδευτικά Νανά. (τελικά σε αυτή την ζωή οι γυναίκες μας επιλέγουνε, οι δουλειές μας επιλέγουνε, οι σχολές, οι γειτονιές, οι πόλεις μας επιλέγουνε. Προσπαθώ και σπάω το κεφάλι μου να σκεφτώ τι επιτέλους διαλέγουμε σε αυτή τη ζωή;).

Η Νανά ήταν τύπισσα, ναι από τότε, το ακριβώς αντίθετο από μένα. Εγώ ήμουν ο καλός μαθητής αν και όχι σπασίκλας και κοντά στην παρέα, ο δάσκαλος γενικότερα με παρουσίαζε σαν πρότυπο για τους άλλους. Είχα πάντως μία δημοφιλία, πολλούς φίλους και από όσο θυμάμαι και γνωρίζω, όχι αντιπάθειες. Η Νανά ήταν το άκρως αντίθετο, τροφή για κουτσομπολιό, ότι ας πούμε την κοπάναγε όταν ήταν άρρωστη και άλλες μουρμούρες. Φίλες πάντως είχε κι αυτή. Δεν μπορώ να πω αν ήταν όμορφη, ναι καλή ήτανε, η αισθητική μου τότε κοιτούσε άλλα πράγματα. Μόνο ένα κορίτσι, την Όλγα, την είχα εστιάσει και παραδεχόμουνα την ομορφιά της αλλά μέχρις εκεί. Ήταν και ο ανταγωνισμός μας σε κείνη την ηλικία με τα κορίτσια, είχαν ψηλώσει και παραπάνω ..

Η Νανά ήταν ψηλή κοπέλα, στο ύψος μου περίπου τότε, με μαύρα μάτια και μαλλιά, ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Φορούσε φούστες, ήταν μία μεσαία φιγούρα, όχι πολύ αδύνατη αλλά ούτε και γεμάτη. Είχε έντονο βλέμμα, ωραία κίνηση και έξυπνη ομιλία που σε έκανε να αισθάνεσαι άνετα κι ευχάριστα. Παρόλα αυτά εγώ ‘αγρόν ηγόραζα’, παρατηρούσα, καταλάβαινα αλλά ήμουν αλλού. Δεν θυμάμαι αν με κολάκευε καν το γεγονός, είπαμε σκεφτόμαστε άλλα πράγματα τότε.

Όλη η τάξη χόρευε και λινκιζόμαστε στους ρυθμούς των Boney M, τελευταίας κοπής: Born to be Alive! Ο αδερφός του Πέτρου, ο Αντρέας είχε αναλάβει χρέη DJ μπροστά σε ένα παλιό πικάπ, με το βινύλιο να παίζει στις 45 στροφές. Ο ήχος ήταν πολύ καλός και όλα τα δωμάτια είχαν σπουδαία ακουστική παρόλο που ήταν πολλά και μικρά και δεν υπήρχε ενιαίος χώρος. Κάπου εκεί έχω ένα κενό μνήμης, που επανέρχεται ξαφνικά. Δίπλα σε μια γωνία, χορεύω ρυθμικά όταν βλέπω μία μελαχρινή φιγούρα να έρχεται καταπάνω μου. Με πλησιάζει και εγώ, θαρρώ αγέρωχος, την κοιτώ. Πλησιάζει κι άλλο. Σαστισμένος, παρατηρώ. Χωρίς να το καταλάβω νιώθω τα χείλη της να ακουμπούν απαλά τα δικά μου. Διήρκησε κάμποσο. Όλη η αδιαφορία, οι άλλες σκέψεις, οι ασχολίες, οι ανταγωνισμοί, οι αισθητικές και οι ντροπές ξεχάστηκαν με μιας. Γλυκιά η αίσθηση το δίχως άλλο. Δεν ξέρω τι απέγινε από τότε, δεν την ξαναείδα από το Γυμνάσιο. Ας είναι καλά, ποτέ δεν θα ξεχάσω.

ΥΓ: Αφιερωμένο στον Αντρέα και στο Πέτρο που τα θυμηθήκαμε και που είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι σαν να μην πέρασε μια μέρα !

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

Λίγη ποίηση


Σκέφτομαι καθισμένος εμπρός από την οθόνη μου των 15,4 ιντσών, τι να γράψω. Πρέπει πάντα να έχω κάτι να πω; Κοιτάζω το αρχείο των μηνυμάτων μου, δύσκολη μέρα για συγγραφείς, ειδικά αν δεν θέλεις να γεμίζεις απλώς το χώρο του δίσκου σου με κάμποσα χιλιο-διφία παραπάνω (kilo bytes για τους Αγγλομαθείς) και της οθόνης σου με γραμματοσειρές ελληνικής κωδικοποίησης πιστοποιημένες κατά ISO ή παραθυρικής προέλευσης. Και να έχεις την ψευδαίσθηση ότι ο όγκος παραγωγής εγγράφων είναι και, απαραίτητα, νοήματα με αξία και περιεχόμενο. Γελιέσαι, όσο και να γράφεις τίποτα δεν θα καταφέρεις. Ειδικά αν τα γραπτά σου μπορούν να συμπιεστούν σε αρχεία με εκατό φορές λιγότερη χωρητικότητα. Τουλάχιστον κατανοείς πως η συμπίεση είναι μία χρήσιμη εφαρμογή μιας και αποθηκεύει τα απολύτως απαραίτητα χωρίς πλεονασμούς κι επαναλήψεις. Για να σταματήσω την φλυαρία μου, θα δώσω τον λόγο στους καλλιτέχνες των λέξεων, της αρμονίας, του μέτρου και των νοημάτων. Και αν μπορείτε να διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβετε ότι, κατά βάθος, το “Αργοπεθαίνει” του Πάμπλο Νερούδα είναι ένα αισιόδοξο ποίημα.



Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει το χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο
“ι”
αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να χτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα, για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.


Ο καθένας και η καθεμία από εσάς ας βγάλετε τα συμπεράσματά σας, δώσετε τις δικές σας ερμηνείες. Αν όμως αντιστρέψουμε όλα αυτά που λέει ο ποιητής δεν συμφωνείτε ότι θα αφυπνιστούμε και οδηγηθούμε στην γρήγορη, άμεση ζωή, στην απόλαυση της κάθε στιγμής και του κάθε χιλιοστού της;

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Η πινακοθήκη των ηλιθίων * **



Την περασμένη Κυριακή μαζεύτηκα νωρίς στο σπίτι. Κάτι το ξενύχτι το προηγούμενο βράδυ κάτι οι πολλές και ποικίλες δράσεις του διημέρου, με είχαν περίπου θέσει εκτός μάχης. Το πνεύμα και το σώμα μου αισθάνονταν την κόπωση, τόσο που δεν μου έμεινε άλλη επιλογή από το να χαζέψω στην τηλεόραση.

Έτσι, μιας και δεν αντέχω να βλέπω ταινίες με διαλλείματα, αναγκάστηκα σε μετωπική σύγκρουση με την Αθλητική (ο κόσμος να την κάνει) Κυριακή. Είμαι φίλος των σπορ γενικώς αλλά δεν μπορώ αυτή τη μονόπλευρη, μέχρι αηδίας, προβολή του ποδοσφαίρου.

Είναι βέβαιο ότι οι λογής-λογής 'αθλητικοί' δημοσιογράφοι χειραγωγούν τον απλό αγνό φίλαθλο που βλέπει με συμπάθεια και αγάπη τα σπορ γενικώς για να τον κάνουν οπαδό του συλλογικού ποδοσφαίρου και - εμμέσως πλην σαφώς- του στοιχήματος.

Είναι εύλογη η απάντηση όταν ακούει κάποιος κανονικός άνθρωπος τη λέξη αθλητισμός, για το που πάει το μυαλό του. Σε πολλά σπορ, ασφαλώς και στο ποδόσφαιρο, μα γενικότερα στο στίβο, την κολύμβηση, τη γυμναστική, την ποδηλασία και βέβαια τα αθλήματα με μπάλα. Μοιράζει το ενδιαφέρον του ανάμεσα στο μπάσκετ, το ποδόσφαιρο, το τένις, το βόλεϊ το πόλο και άλλα. Η λέξη αθλητισμός και τα παράγωγά της δεν σημαίνουν την ταύτισή τους με το λαϊκό άθλημα του ποδοσφαίρου. Η προσπάθεια ιθυνόντων των εκπομπών να ονομάσουν εκπομπές ποδοσφαίρου σαν αθλητικές είναι γιατί προσπαθούν να καρπωθούν τη δημοφιλία του αθλητισμού γενικότερα για να μας μιλήσουν για τα μονόπλευρα και στενά θέματά τους. Και να υπνωτίσουν ή παραμυθιάσουν τον απλό κοσμάκη που ζητάει λίγη διασκέδαση στην τι-βι με το να λογίζουν σημαντικά, τα ήσσονος σημασίας ζητήματα.

Την επόμενη φορά θα φυλάξω δυνάμεις για την Κυριακή το βράδυ και θα την κάνω για έξω! Και επιλογές θα έχω και την ησυχία μου θα βρω από τους αποχαυνωμένος που κλείνονται και μας κλείνουν στο κουτί!

*: Νίκος Τσιφόρος: Η πινακοθήκη των ηλιθίων, Κωμωδία σε τρεις πράξεις και τέσσερις εικόνες.
**: Τον τίτλο πάντως τον ξεσήκωσα από ένα άρθρο του Φίλιππου Συρίγου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

Τεχνοκρατική κουλτούρα: Less than zero




Κοντά δεκαπέντε χρόνια στο κουρμπέτι, στη φάμπρικά μας των κομπιουτεράδων κι έχω εντρυφήσει σε όλες τις εισαγόμενες λέξεις, ορολογίες, επιθετικούς προσδιορισμούς στην πλειονότητά τους. Πώς να γίνει αλλιώς όταν έπρεπε να προσαρμόσουμε τις λύσεις λογισμικού στους τοπικούς χρήστες, επομένως το ίδιο ίσχυε και για τις οθόνες επικοινωνίας, τα εγχειρίδια χρήσης και λοιπά παρελκόμενα. Μέχρι εδώ καλά. Αλλά το να φτάσουμε στο σημείο η ορολογία να μπει στο λεξιλόγιο και στην καθημερινότητα μας, πάει πολύ.

- Έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου, σαν να λέει, εγώ θα σε μάθω να μιλάς και να γράφεις σωστά. Ξέχασε τις κλασσικές παλιομοδίτικες εκφράσεις, εδώ θα μάθεις την εξέλιξη της γλώσσας και της σκέψης.

Αφήνω την φλυαρία, μου.. λείπει η μαγεία των λέξεων, τις αναφέρω:

- Τοποθετηθείτε πρώτα εσείς να τοποθετηθώ εγώ μετά και να αρχίσει ο διάλογος.
Τι είμαι, έπιπλο να τοποθετηθώ ή αντικείμενο; Αν είναι δυνατόν. Να περάσει ο επόμενος παρακαλώ.

- Να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις γνώσεις μας και τα πλεονεκτήματά μας.
Μέχρι και διαχείριση των συναισθημάτων έχω ακούσει !

Βοήθεια!! Τι είναι τα συναισθήματα και οι σκέψεις, χαρτοφυλάκιο ή project; Θύματα της στερεοτυπίας, να γράφετε ότι θέλετε, αγχωθείτε, τρέχετε, εγώ δεν θα πάρω. Τρέξε, τρέξε μικρούλη, διαχειρίσου μικρέ παλιάτσο.

- Ποια είναι η τρέχουσα στοχοθέτηση της ημερίδας; Έλεγε μια συμπαθητική κατά τα άλλα συνάδελφος.
Τι λες τώρα; Αν ήταν η γλώσσα μας να συνέθετε έτσι τις λέξεις, θα είχαμε σχολάσει από νωρίς.

Ρωτάς τεχνοκράτες και συζητάς στον ελεύθερό τους χρόνο, σου μιλούν με την ίδια ξύλινη, βαρετή και μονότονη γλώσσα. Και μόλις τους λες στοιχειώδεις λέξεις απλές και όμορφες, αμήχανοι κοιτούν μέσα στην άγνοιά τους.

- ‘Βοηθήστε τους ανθρώπους που ζουν στην ένδεια’, τους λες, σφυρίζουν ανέμελα.
- ‘Οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι άνδρες οδηγοί είναι επιθετικοί γιατί το αυτοκίνητο στον άντρα είναι φαλλική προέκταση’, τους έλεγα. Άκρα σιωπή.

ΥΓ: Συγγνώμη για το έντονο ύφος μου μα δεν μπορούσα να τα κρατήσω μέσα μου.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Ταξιδεύοντας με τον Άρη



Το περασμένο Σάββατο είχα βγει για καφέ με το φίλο μου τον Άρη. Ο Άρης είναι και συνάδελφος, λίγο πιο μεγάλος από μένα, διδάσκουμε μαζί πληροφορική στο ΤΕΙ – εγώ επικουρικά με μερική απασχόληση, αυτός μόνιμος, έξι χρόνια τώρα. Όταν πρωτοπέρασα από το γραφείο του, αίσθηση μου έκαναν οι πάμπολλες φωτογραφίες από ταξίδια του ανά την υφήλιο. Έχει ταξιδέψει παντού, έτσι μου είπε. Δεν είχα λόγο να μην τον πιστέψω μα και όταν η συζήτηση απέκτησε θέμα, εκεί μετά το ανακάτεμα του φραπέ, σωστή ιεροτελεστία, το διαπίστωσα όταν ρωτώντας λεπτομέρειες μου απαντούσε. Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία, Αλάσκα, Χιλή, παντού. Κι εγώ που είμαι άσσος στη Γεωγραφία, δεν του ξέφευγαν τοποθεσία, πόλη, χωριό, βουνά, ποτάμια, κοιλάδες, οροπέδια, από όλα. Θα είχε πάει σε πάνω από εκατό μέρη. Θαυμασμός.


Ήταν Ιούλιος του ενενήντα έξι όταν πρωτοβγήκα εκτός των συνόρων για τη Λισαβόνα. Για δουλειά πήγαινα, ένα έργο πολυμέσων ήτανε, μιλούσε για μεθοδολογίες, πρότυπα και πρακτικές λογισμικού. Που να τα θυμάμαι τώρα; Καλός ήμουνα στη δουλειά μου, τα έδινα όλα, λόγω τιμής, μα τα πήρε συντροφιά της η λήθη. Όμως δεν μπορώ να ξεχάσω την Marques de Pompal, τον πύργο Belem, το Arco da Victoria και τη Rua Augusta, το μοναστήρι του St Geronimo, την Plaza del Municipio, το γραφικό Οέϊρας και το Εστορίλ λίγο πιο έξω από την πρωτεύουσα. Και τα πεζοδρόμιά τους, με μικρά πετραδάκια, δουλεμένα σαν ψηφιδωτό, πρωτόγνωρη αίσθηση.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, η δουλειά με έστελνε κάθε τρεις και λίγο “εις τας Ευρώπας”, κάθε ταξίδι και μία ανεξίτηλη μνήμη. Πιο μακριά δεν ταξίδεψα, εν μέρει με δικιά μου υπαιτιότητα και ζηλεύω τον Άρη και κάποιους άλλους που το κατόρθωσαν και ας έχουν υποχρεώσεις, λιγοστό ελεύθερο χρόνο και τις μέτριες αποδοχές των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αλλά το μεράκι, η φαντασία, η ‘τρέλα’ και η όρεξη για περιπέτεια και όμορφα πράγματα, τους περισσεύουν.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Μαθητικά μας χρόνια




Ήθελα να γράψω κάτι από τα μαθητικά μου χρόνια. Ήμουν πρώτη Γυμνασίου όταν η καθηγήτρια των Καλλιτεχνικών μας μάθαινε καλλιγραφία. Μικρά τετραγωνάκια στο τετράδιο, για τις ευθείες και να ζυγίζονται οι καμπύλες, γράμματα ίσια ή πλαγιαστά. Πρώτα μαθαίναμε τα γράμματα ξεχωριστά, μετά γράφαμε τους αριθμούς, τις λέξεις και να το ποίημα, δουλεύαμε τις δύο πρώτες στροφές του, αυτές θυμόμουν από τότε:

Το μαστορόπουλο

Τον πήραν τον Κολιό

Τον πήραν οι μαστόροι

Παιδί απ' το σκολειό

Να μάθει πηλοφόρι.


Καρδιά πονετική

Τον ξέβγαλε με κλάμα:

«Τετράδη Κυριακή,

θα καρτερώ για γράμμα».


Δε σώνει άλλο να ιδεί,

Παιδεύεται το μάτι

Κρατούσε ένα ραβδί,

Το στρώμα του στην πλάτη.


Μας έφυγε ο Κολιός

Κι είχε μια τέτοια λύπη

θα'ναι όλοι δω τ' Αϊ-Λιος

Και μόνο αυτός θα λείπει.


Γιώργος Κ. Κοτζιούλας (1909-1956)


Είναι ποτέ δυνατόν να διαβάσεις ή να απαγγείλεις απέξω τον κολιό και μην συγκινηθείς; Να πως ένα απλό και λαϊκό ποίημα μπορεί να μας πλημμυρίσει από αισθήματα και τρυφερότητα. Φώτισε τη μουντή ως τώρα μέρα μου. Δασκάλα μου, δεν σε έχω ξαναδεί από τότε, ελπίζω πρώτα να είσαι καλά, ένα κομμάτι από τις μνήμες μας ανήκει και σε σένα.