Καθόμουν αμέριμνος και κοιτούσα στο δειλινό, δεν θα ήταν πεντέμισι το απόγευμα, βλέπετε η αλλαγή της ώρας στον χειμερινό της κύκλο μας έκλεισε μέσα από νωρίς. Ο ξάδερφός μου είχε θελήσει να με επισκεφτεί, φτάνει κατά τις έξι, λίγο μετά. Αγκαλιαζόμαστε και μου αφήνει στο τραπεζάκι του καθιστικού μία ταινία πεσκέσι:
- Θα την βάλουμε; Είναι καλή την είχα δει παλιά!
- Γιατί όχι; Με τέτοιο σκοτάδι, θα μου υποσχεθείς όμως πως θα πάμε έξω αργότερα!
- Σύμφωνοι, αποκρίθηκε.
Η ταινία ήταν το ‘Στάσου πλάι μου’ του Ρομπ Ράϊνερ, την είχα δει στο παρελθόν δύο ή τρεις φορές αλλά δεν έβγαλα άχνα, δεν ήθελα να μετριάσω την ευχαρίστηση του αγαπημένου μου ξάδερφου. Το φιλμ με συγκίνησε τόσο που με γύρισε πίσω στα χρόνια του δημοτικού - μπορεί και να είχα τότε τους καλύτερους φίλους που έκανα ποτέ.

Πίσω στο Γενάρη του 80, εντεκάμισι χρονών παιδάκι, ο κολλητός φίλος και συμμαθητής μου ο Πέτρος οργάνωσε το πάρτυ μας. Ήταν συνηθισμένο στην έκτη, δεν συνέβαινε στα προηγούμενα χρόνια παρόλο που λίγο-πολύ είμαστε οι ίδιοι. Σάββατο απόγευμα ήτανε, μαζευτήκαμε κατά τις έξι. Χαμός, ήταν όλη ή τάξη στο πόδι, δεν θυμάμαι να έλειπε κανείς. Έκτη δημοτικού πηγαίναμε και κάπου σκεφτόμαστε ότι τελειώνουμε, κάποιοι από εμάς θα την ‘έκαναν’ για άλλα μέρη και σχολεία. Τα αγοράκια εκείνης της ηλικίας ήταν απορροφημένα στα παιχνίδια: μπάλα, τρέξιμο, τύχες (αυτοκόλλητες κάρτες που έβρισκες και στα .. γαριδάκια), γιαλένια (έτσι λέγαμε τους βόλους εμείς) και άλλα παιδικά. Τα κοριτσάκια βέβαια ήταν πιο ανεπτυγμένα σε εκείνη την ηλικία και κοίταζαν και άλλου είδους .. παιχνίδια. Οι περισσότερες είχαν ήδη επιλέξει. Η Σοφία τον Τάσο, η Ανδριάνα τον Ανδρέα, η Κατερίνα τον Λάμπρο, η Φανή τον Μάκη, η Πόπη τον Βασίλη, να πω αυτά που θυμάμαι στα σίγουρα. Μόνο ο Κώστας είχε κάνει την επιλογή του. Ή μάλλον την .. καψούρα του. Ο Κώστας είχε ‘μείνει’ στην Πέμπτη τάξη, μιας και ο ανεκδιήγητος δάσκαλος είχε αφήσει ‘στον τόπο’ τη μισή τάξη. Τα ενδιαφέροντά του ήταν επομένως κάπως αλλαγμένα σε σχέση με των πολλών. Μου έκανε εντύπωση με πόση θέρμη ‘κυνηγούσε’ την Αναστασία, προσπαθούσε να της το δείξει με τρόπο αξιοθαύμαστο για την ηλικία του στα δεκατρία του και εκείνη την εποχή. Πόσα θρανία άλλαξε για να καθίσει πίσω της, σε πόσα πάρτυ την κάλεσε, πως την κοιτούσε, πως της μιλούσε. (Για την ιστορία δεν θυμάμαι περισσότερα μιας και στο Γυμνάσιο άλλαξα σχολείο και τα ίχνη του Κώστα αναζητούνται. Η Αναστασία έχει παντρευτεί, έκανε δύο παιδιά, την βλέπω καμιά φορά και ομολογώ δεν έχει αλλάξει από τότε).

Και εμένα σαν .. φυσιολογικό παιδί της ηλικίας μου με είχε διαλέξει μία, Αθηνά την λέγανε ή χαϊδευτικά Νανά. (τελικά σε αυτή την ζωή οι γυναίκες μας επιλέγουνε, οι δουλειές μας επιλέγουνε, οι σχολές, οι γειτονιές, οι πόλεις μας επιλέγουνε. Προσπαθώ και σπάω το κεφάλι μου να σκεφτώ τι επιτέλους διαλέγουμε σε αυτή τη ζωή;).
Η Νανά ήταν τύπισσα, ναι από τότε, το ακριβώς αντίθετο από μένα. Εγώ ήμουν ο καλός μαθητής αν και όχι σπασίκλας και κοντά στην παρέα, ο δάσκαλος γενικότερα με παρουσίαζε σαν πρότυπο για τους άλλους. Είχα πάντως μία δημοφιλία, πολλούς φίλους και από όσο θυμάμαι και γνωρίζω, όχι αντιπάθειες. Η Νανά ήταν το άκρως αντίθετο, τροφή για κουτσομπολιό, ότι ας πούμε την κοπάναγε όταν ήταν άρρωστη και άλλες μουρμούρες. Φίλες πάντως είχε κι αυτή. Δεν μπορώ να πω αν ήταν όμορφη, ναι καλή ήτανε, η αισθητική μου τότε κοιτούσε άλλα πράγματα. Μόνο ένα κορίτσι, την Όλγα, την είχα εστιάσει και παραδεχόμουνα την ομορφιά της αλλά μέχρις εκεί. Ήταν και ο ανταγωνισμός μας σε κείνη την ηλικία με τα κορίτσια, είχαν ψηλώσει και παραπάνω ..
Η Νανά ήταν ψηλή κοπέλα, στο ύψος μου περίπου τότε, με μαύρα μάτια και μαλλιά, ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Φορούσε φούστες, ήταν μία μεσαία φιγούρα, όχι πολύ αδύνατη αλλά ούτε και γεμάτη. Είχε έντονο βλέμμα, ωραία κίνηση και έξυπνη ομιλία που σε έκανε να αισθάνεσαι άνετα κι ευχάριστα. Παρόλα αυτά εγώ ‘αγρόν ηγόραζα’, παρατηρούσα, καταλάβαινα αλλά ήμουν αλλού. Δεν θυμάμαι αν με κολάκευε καν το γεγονός, είπαμε σκεφτόμαστε άλλα πράγματα τότε.
Όλη η τάξη χόρευε και λινκιζόμαστε στους ρυθμούς των Boney M, τελευταίας κοπής: Born to be Alive! Ο αδερφός του Πέτρου, ο Αντρέας είχε αναλάβει χρέη DJ μπροστά σε ένα παλιό πικάπ, με το βινύλιο να παίζει στις 45 στροφές. Ο ήχος ήταν πολύ καλός και όλα τα δωμάτια είχαν σπουδαία ακουστική παρόλο που ήταν πολλά και μικρά και δεν υπήρχε ενιαίος χώρος. Κάπου εκεί έχω ένα κενό μνήμης, που επανέρχεται ξαφνικά. Δίπλα σε μια γωνία, χορεύω ρυθμικά όταν βλέπω μία μελαχρινή φιγούρα να έρχεται καταπάνω μου. Με πλησιάζει και εγώ, θαρρώ αγέρωχος, την κοιτώ. Πλησιάζει κι άλλο. Σαστισμένος, παρατηρώ. Χωρίς να το καταλάβω νιώθω τα χείλη της να ακουμπούν απαλά τα δικά μου. Διήρκησε κάμποσο. Όλη η αδιαφορία, οι άλλες σκέψεις, οι ασχολίες, οι ανταγωνισμοί, οι αισθητικές και οι ντροπές ξεχάστηκαν με μιας. Γλυκιά η αίσθηση το δίχως άλλο. Δεν ξέρω τι απέγινε από τότε, δεν την ξαναείδα από το Γυμνάσιο. Ας είναι καλά, ποτέ δεν θα ξεχάσω.

ΥΓ: Αφιερωμένο στον Αντρέα και στο Πέτρο που τα θυμηθήκαμε και που είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι σαν να μην πέρασε μια μέρα !